ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος, Η τραγική ρίζα του κωμικού

[] μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας… 

Ἀριστοτέλης, Ποιητική, 1449 b 25.

Φαντάζομαι ἕνα διάλογο τοῦ Ἀλσὲστ ἀπ᾿ τὸ Μισάνθρωπο τοῦ Μολιέρου μὲ τὸν Οἰδίποδα!.. Θάχανε πολλὰ νὰ ποῦνε οἱ δυό τους – σὰ καλοί, παλιοὶ φίλοι ποὺ ὁ ἕνας θ᾿ ἀκούμπαγε στοργικὰ τὸ κεφάλι στὸν ὦμο τοῦ ἄλλου προσπαθῶντας ν᾿ ἀλαφρύνῃ τὰ βάσανά του καὶ ν᾿ ἀφουγκραστῇ τὴν ἀνάσα τοῦ συνοδοιπόρου του στὴν ἔρημο τῆς ὕπαρξης τους.

Σὲ πολλὰ θὰ συμφωνοῦσαν. Κι ἂν ἀκόμα – κάποιες στιγμές – διχογνωμοῦσαν, οἱ ἀντιρρήσεις θάταν ὑποσημειώσεις στ᾿ ὅλον, λεπτομέρειες,.. μιὰ μουσικὴ διαφωνία πολλοστημόριου τοῦ τόνου σὲ μιά – κατὰ τὰ λοιπά – καλοκουρδισμένη ἀντιφωνία -τουτἔστιν, ὁ ὁρισμὸς τοῦ κωμικοῦ.

Ὅμως, ὁ Ἀλσέστ, ποὺ παραπονιέται γιὰ τὴν ἀκρισία, τὴν ἀνειλικρίνεια καὶ τὴν κακότητα τῶν συμπατριωτῶν του, ἀκούει τούτη τὴν ἀντιφωνία νὰ βοᾷ διαρκῶς μές στὰ σωθικά του· νοιώθει τὸ πρωθόρμητο τῆς αἴσθησής του συνάμα μὲ τὸν ἐγκλωβισμό του στὰ στεγανὰ τῆς γαλλικῆς Αὐλῆς.

Ὁ ἴδιος δὲν εἶναι βασιλιᾶς, μήτ᾿ ἥρωας σὰν τὸν καλό Θηβαῖο φίλο του -εἶναι μοναχὰ ἕνας ἁπλός, ἀκέραιος καὶ φιλαλήθης Εὐρωπαῖος τῆς νεώτερης ἐποχῆς· ὄχι κάνα μονολιθικό «τοτέμ» τῆς μυθολογικῆς προϊστορίας.

Πῶς νὰ γλυτώσῃ ἀπ᾿ τὴ γελοιοποίηση;.. Ποῦ νὰ κρυφτῇ ἀπ᾿ τὴ δηλητηριώδη συμπεριφορὰ τῶν «συνανθρώπων» του;.. Ἀπὸ ποῦ ναβρῇ τὴ θέληση νὰ σβήσῃ τὸ φῶς τῶν ματιῶν του, νὰ καταδικάσῃ τ᾿ ἀφτιά του σ᾿ αἰώνια σιωπή;.. Κολωνὸς γι᾿ αὐτόν, δ ὲ ν ὑπάρχει. Οἱ Ε ὐ μ ε ν ί δ ε ς πάντα γιὰ κεῖνον Ἐ ρ ι ν ύ ε ς. Τὸ ξέρει καλά: ὁ καλός του σύντροφος θ᾿ ἀναπαυθῇ -θὰ λάβῃ τελοσπάντων, ἐ κ ε ῖ ν ο ς πρῶτα, τὴν ποθούμενη κάθαρση. Ἀλλὰ ὁ κακομοίρης ὁ Ἀλσέστ θὰ σέρνεται αἰώνια στὸν ἄπειρό του δρόμο…

Ὁ Οἰδιποδας μ ο ν ώ ν ε τ α ι ἀπ᾿ τὸ σύμπαντα κόσμο ἐ κ ο ύ σ ι α· ὁλοκληρώνεται διὰ τῆς ἀναχωρήσεώς του. Ὁ Ἀλσέστ, μονωμένος ἀ κ ο ύ σ ι α ἀπ᾿ τὸ χυδαῖο θόρυβο ὁλόγυρά του, θὰ μείνῃ γιὰ πάντα λειψός. Νά ἡ κωμωδία του!: γιὰ νάχῃ κάποιο τέλος «εὐτυχές» κι «ἁρμονικό» τὸ ἔργο ποὺ τὸν βαφτίζει εἰρωνικὰ ἐ χ θ ρ ὸ τ ο ῦ ἀ ν θ ρ ώ π ι ν ο υ, καταδικάζεται ὁ ἴδιος σὲ μιὰν ἐσωτερικὴ ἀντιφωνία, σὲ μιὰν ἰδιοσυγκρασιακὴ ἔλλειψη -μ᾿ ἄλλα λόγια, στὴν τ ρ α γ ι κ ὴ κ ω μ ω δ ί α τῆς ὕπαρξής του.

Ἡ ρίζα του ε ἶ ν α ι τραγική· μὰ δὲ θὰ καρπίσῃ καί – μοιραῖα – οὔτε θὰ κοπῇ ἢ θὰ πέσῃ, σάπιο δέντρο μετὰ ἀπὸ χρόνους. Ἡ φύση του προορίζεται γιὰ κάτι δυσβά-σταχτο: θὰ ξεμυτίσῃ ἀπ᾿ τὸ χῶμα, θ᾿ ἀνοίξῃ κλαδιά, θ᾿ ἁπλώσῃ φύλλα, ἀλλά… ὥς ἐκεῖ!.. Ἡ συστροφὴ τῆς ζωικῆς του βούλησης θ᾿ ἀρχίσῃ νὰ μαραίνῃ τὸν κορμὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θάδινε καρπούς.

Οἱ καταραμένες Μοῖρες θὰ συνεχίσουν νὰ κλώθουν μ᾿ ἴδιο ὑφάδι τὸ νῆμα του βγάζοντας στριγγὰ χαχανητά, ὥς τὸ τέλος τοῦ κόσμου καί – δυστυχία του… – ἀκόμα παραπέρα… Στὸν ἀρχαιοσκανδιναβικὸ μῦθο, τοῦτες οἱ Κυρᾶδες (οἱ Nornir) κάθονται κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο τοῦ Κόσμου· ὕστερ᾿ ἀπὸ κάθε καταστροφή – μετὰ ἀπὸ κάθε πτώση τῶν θεῶν (κάθε ragnarok) – ξαναπλέκουν τὸν ἱστὸ τοῦ Σύμπαντος. Ἔ, λοιπόν, ἐκεῖ κοντά – δίπλα στὸ ὑφαντὸ τῆς ἕ τ ε ρ η ς Ὕπαρξης – μακραίνει ἀτελεύτητα τό «σχοινάκι» τοῦ Ἀλσέστ. Ὅσοι κόσμοι κι ἂν χαθοῦνε, ὅσους «Θόρ» κι ἂν φαρμακώσῃ μὲ τὰ δηλητηριώδη του δόντια ὁ τεράστιος ὄφις, ὁ φτωχούλης «μισάνθρωπος» θὰ διασκεδάζῃ ἐπ᾿ ἀόριστον Ὅλυμπο καὶ Βαλχάλα, πρόποδες τῆς Ἀκρόπολης κι Αὐλὴ τῶν Βερσαλλιῶν, μὲ τὴν ὁρμητική του φιλαλήθεια.

Ὁ καλός μας Γάλλος γεννήθηκε στὸ μυαλὸ τοῦ δημιουργοῦ του βιώνοντας τὸ τραγικὸ Ἀπόλυτο, μὰ καταδικάστηκε βάναυσα νὰ παλεύῃ ἀκατάπαυτα μὲ τὸ σχετικὸ κ᾿ ἡμιτελὲς τοῦ περιβάλλοντός του.

Ὤφειλε νάναι κ ω μ ι κ ό ς… πρὸς γνώσιν καὶ συμμόρφωσιν ἡμῶν τῶν ὑπολοίπων

[Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος, ἀπ’ τὸ μηνιαῖο περιοδικὸ Διορθώσεις, τ. 36, σ. 1276-7.]

 

rakham-nornir

Arthur Rakham, Οἱ Μοῖρες, 1912.

Μανόλης Χρονάκης, Απάντηση στο «Αυτός που γύρευα είμαι!..»

Κανένας δὲν εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὰ λάθη του, ἂν τὰ δῇς μὲ τὰ δικά του μάτια.
Τὰ λάθη αὐτὰ εἶναι δουλειὰ τοῦ ἄλλου, τοῦ ἑαυτοῦ του…
Ρόμπερτ Μούζιλ
Ὁ Ἄνθρωπος Χωρὶς Ἰδιότητες τ. Α΄, σελ. 308.

Μὲ ξάφνιασε εὐχάριστα τὸ μικρὸ ἔνθετο ποὺ συνόδευε τὸ 33ο τεῦχος τῶν «Διορθώσεων». Τὸ διάβασα ξανὰ καὶ ξανά, ὅπως ἕνα ποίημα, ποὺ σὲ βρίσκει ἕτοιμο – εὐάλωτο θάλεγα – γιὰ νὰ εἰσβάλῃ μέσα σου.

Κρῖμα ποὺ δὲν μπόρεσα νὰ βρίσκωμαι κ’ ἐγω μαζί σας. Παρὰ τὸ ὅτι δὲ μοῦ ἀρέσουν οἱ ποιητικὲς βραδιές – ἀλλοῦ ψάχνω τὴν ποίηση – θαρρῶ πὼς πρέπει νὰ ἤτανε ἀλλιῶς ὡραία. Στημένη ὄμορφα, σεμνὴ κι ἀθόρυβη φαινομενικά, βάζει φωτιὰ στὰ μέσα μας, ταράσσει…

Αὐτὸς ποὺ γύρευα: εἶμαι!., γράφει ὁ Ἐλύτης.

thumb-αυτός-που-γύρευα-είμαι

 

Μὲ προβλημάτισε ὁ τίτλος. Γυρεύοντας λοιπὸν μιὰ ἑρμηνεία εἶπα: Ναί, εἶμαι αὐτὸς ποὺ φαίνομαι πὼς εἶμαι, ψάχνοντας αὐτὸν ποὺ εἶμαι.

Αὐτὸς ποῦ φαίνομαι σὲ ποιόν; Στὸν ἑαυτό μου ἢ στοὺς ἄλλους; Δηλώνω ὅτι εἶμαι αὐτός, λογαριάζοντας πὼς ψάχνω αὐτὸν ποὺ πραγματικὰ εἶμαι!

Καὶ ποιός θὰ πῇ ποῦ βρίσκεται καὶ ποῦ σταματᾷ ἡ πραγματικότητα;.. Καὶ εἶναι σταθερὴ γιὰ νὰ τὴν ἐγκλωβίσῃς ὡς ἐνσταντανὲ φωτογραφίας; Ἢ μήπως τὴν ἀλλάζεις ψάχνοντάς τη; Καὶ πότε τὴν ψάχνεις: τώρα, χθὲς ἢ αὔριο; Θέλω νὰ πῶ, δὲν εἶσαι ὁ ἴδιος ὅσο ψάχνεις, ὅσο γυρεύεις…

Πρόκειται γιὰ διαρκῆ, ἀέναη ἀλλαγὴ κ’ ἐσοῦ ποὺ ψάχνεις καὶ αὐτοῦ ποὺ ψάχνεις. Ὑπάρχει μιὰ ἀμφίδρομη σχέση κ’ ἐ-πίδραση ποὺ δὲν ἀφήνει τίποτα σταθερό. Ποιόν ἑαυτὸ νὰ ψάξῃς λοιπόν, ποὺ σοῦ φεύγει μέσ’ ἀπ’ τὰ δίχτυα, ποὺ τοῦ στήνεις;… Καὶ ποιόν βρῆκες;: Ἕνα πουκάμισο ἀδειανό, ποὺ λέει ὁ ἄλλος ποιητής, νὰ τί βρῆκες ἀφελῆ, ἀνόητε!..

Τὸ ἐπαναλαμβάνω ἀλλιῶς: Εἶμαι αὐτὸς ποὺ γυρεύει αὐτὸν ποὺ εἶμαι…

Ποὺ δὲν τὸν βρῆκα καὶ δὲν θὰ τὸν βρῶ ποτέ μου. Ἀστειεύεσαι; Ἂν σκάσῃ πρόσωπο ὁ ἑαυτός (αὐτὸς ποὺ εἶμαι) χάθηκα, ἐτελείωσα. Μόνο τότε τὸν πλησιάζω λίγο, ἂν γίνω τρελλός, παλαβὸς ἢ ποιητής! Δὲν μπορῶ νὰ τὸν φανταστῶ δίπλα μου, φασματικὸ συνοδοιπόρο. Εἶναι ὅμως σημαντικὸ ποὺ ψυχανεμίζομαι πὼς εἶμαι καὶ κάτι ἄλλο. Αὐτὸ φτάνει. Αὐτὸς ποὺ γύρευα, λοιπόν, αὐτὸν ποὺ εἶμαι… Σὲ καμμιὰ περίπτωση ὅμως δὲν εἶμαι ὁ ἑαυτός μου! Κι ὡστόσο, καὶ γι’ αὐτό, συνήθως ἀγαπᾷ κανεὶς τὸν ἑαυτό του περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ τὸν γνωρίζει λιγότερο ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζει ὅλους τους ἄλλους! [Ρόμπερτ Μούζιλ, Ὁ Ἄνθρωπος χωρίς ἰδιότητες, τ. Β΄ σελ. 642].

Ἂν ποτὲ συναντήσω αὐτὸν τὸν Ἕνα, κανένα, ἑκατὸ χιλιάδες.., ποιά θά ‘ναι ἡ τύχη μου θαρρεῖς; Εἶναι ἀρκετό, γιὰ νὰ γίνω σκόνη καὶ σποδός, πιὸ κι ἀπὸ πεθαμένος!.. Θὰ χαθῶ, θ’ ἀφανιστῶ σὲ τάφο σκοτεινὸ μὲ χιλιάδες μισοπεθαμένους ἢ καὶ μὲ πτώματα νωπά, σὲ μαύρη τρύπα τῆς ἀφάνειας καὶ τοῦ θανάτου.

Ὄχι, δὲν τὸν γυρεύω, δὲν τὸν ψάχνω. Τοῦ κρύβομαι ἀνήσυχος, γιατί αἰσθά-νομαι ὅτι αὐτός μὲ ψάχνει, μὲ ἀναζητεῖ ἀπεγνωσμένα…

Εἶμαι αὐτὸς ποὺ ψάχνει… ὁ χαμένος! Εἶμαι ὁ χαμένος!..

Καὶ τότε, ὁ ἑαυτός μου τί; Γιατί ὁ ἑαυτός μου;.. Μὰ εἶναι ὁ κόσμος μου, ποὺ πάνω του στηρίζομαι καὶ συνεχῶς τσιμπολογῶ καὶ τρέφομαι ἀπ’ αὐτόν!.. Τὸν τρέφω συνεχῶς, τόσο ἄπληστος ποὺ εἶναι. Κ’ ἐκεῖνος μου ἐπιστρέφει ψιχία διαλεχτὰ γιὰ τὴν περίπτωσή μου! Εἶμαι ὁ ἀφρὸς τοῦ ἑαυτοῦ μου ἢ μήπως τὸ κατακάθι του;!.

Ἄι πινίγου βρὲ παλαβέ… Πᾶς νὰ τρελλαθῇς καὶ νὰ τρελλάνῃς μαζὶ καὶ τὸ παιδί μου;… Νὰ γίνῃς καπινὸς παλιοκρητικέ… κι ἂν χρειαστῇ νὰ γίνετε μαζί! Κι αὐτὰ ποὺ λέτε, καπινὸς κιἀέρας κοπανιστὸς εἶναι!.. Ἄι στὸ διάτανο πιά, μὲ τὶς παλαβομάρες σας…

Αὐτὰ θὰ μοῦ ‘λεγε ἡ μακαρίτισσα ἡ μάνα σου ἡ Τόλη <ἀναφέρεται στὴ μητέρα τοῦ ὑπεύθυνου τῶν Διορθώσεων, Κ.Μ. Μάστρακα, ποὺ ἀδερφικός του φίλος εἶν’ ὁ γράφων>, γελῶντας, καμαρώνοντας, περήφανη γιὰ σένα. Πίσω ὅμως ἀπὸ τὸ χαρακτηριστικὸ κούνημα τῆς κεφαλῆς, στὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ της, ἔκρυβε μιὰν ἀνησυχία γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς νέους, τότε..

Ἡράκλειο, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Υ.Γ. Στὴ Σκωτία ὑπάρχει ὁ fetch 1, ποὺ ἔρχεται νὰ πάρῃ κάποιον καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσῃ στὸ θάνατο. Ὑπάρχει, ἀκόμα, κι ἡ σκωτσέζικη λέξη wraith, γιὰ τὸ φάντασμα, ποὺ λένε ὅτι βλέπει κάποιος, λίγο πρὶν πεθάνῃ καὶ ποὺ ἔχει τὴ δικιά του ἀκριβῶς μορφή. Εἶναι κακὸ σημάδι νὰ συναντᾷ κανεὶς τὸν ἑαυτό του. []

Στὸ διήγημα τοῦ Πόε Οὐίλλιαμ Οὐίλσων ὁ Διπλὸς 2 εἶναι ἡ συνείδηση τοῦ ἥρωα. Τὸν σκοτώνει καὶ τότε πεθαίνει κι ὁ ἴδιος. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Ντόριαν Γκρέυ στὸ μυθιστόρημα τοῦ Οὐάιλντ καρφώνει τὸ πορτραῖτο του καὶ βρίσκει τὸ θάνατο. Ὁ Διπλὸς σὲ ποιήματα τοῦ Γιέητς εἶναι ὁ ἄλλος ἑαυτός μας, ὁ ἀντίθετός μας, αὐτὸς ποὺ μᾶς συμπληρώνει, αὐτὸς ποὺ δὲ γίναμε καὶ ποὺ δὲ θὰ γίνουμε ποτέ. Ἐδῶ σημαίνει φάντασμα ἢ   σ ῳ σ ί α ς  ζῶντος, προμήνυμα θανάτου, φάσμα. Σὲ πολλὲς χῶρες συναντιέται ἡ ἰδέα τοῦ Διπλοῦ, ποὺ τὴν ὑπέβαλαν ἢ τὴν προκάλεσαν οἱ ἀντανακλάσεις τῶν καθρεφτῶν καὶ τοῦ νεροῦ, καθὼς καὶ οἱ δίδυμοι.
Τὰ τοῦ Ὑστερόγραφου, ἀπ’ τὸ Βιβλίο τῶν φανταστικῶν ὄντων τοῦ Χόρχε Λουὶς Μπόρχες, ἔκδ. Libro, Ἀθήνα 1983, μτφρ Γιῶργος Βέης.

[περιοδικὸ Διορθώσεις, τ. 36, σ. 1262-3.]

Καταστροφή…

Τὴν 6η Μαΐου 1527, ὁ κόσμος τοῦ Μακιαβέλλι πνίγηκε μές στὴν πλημύρα ἑνὸς ὁρμητικοῦ ποταμοῦ. Ἀπλήρωτα γερμανικὰ μαζὶ μὲ ἱσπανικά στρατεύματα εἰσέβαλαν στὴ Ρώμη, κατέστρεψαν κι ἅρπαξαν πολλούς θησαυρούς της.

Οἱ ἰταλικὲς πόλεις, βουτηγμένες στὸν οἰκονομικό τους ἀνταγωνισμὸ καὶ στὶς μάχες τῶν διεφθαρμένων μισθοφόρων τους, δὲν εἶχαν χρόνο ν᾿ ἀκούσουν τὴ μοναχικὴ φωνὴ τοῦ ἐξόριστου Μακιαβέλλι. Δέν ἀναγνώρισαν τὸν π ρ α γ μ α τ ι κ ὸ ἐχθρό. Δέν ἔφτειαξαν προχώματα… Δέν ἑ ν ώ θ η κ α ν μπρός στὸν κοινὸ κίνδυνο… Τ᾿ ἄγριο ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ τὶς ξεθεμέλιωσε ὅλες!

Ξανά στὶς μέρες μας, τὸ ποτάμι ἀκούγεται ὁρμητικὸ νὰ μουγκρίζῃ. Μόνο ποὺ τώρα τὰ νερά του εἶναι θολώτερα καὶ πιό κόκκινα ἀπ᾿ τὸ αἷμα πέντε αἰώνων πούχουν περάσει.

Σινιόρε Μακιαβέλλι,.. γελάστε!

Οἱ ἡγεμόνες παρακολουθοῦν κρυμμένοι πίσω ἀπ᾿ τὸν ἄγριο ποταμό. Κάποια σκιάχτρα πλέουνε δίπλα μας πάνω σὲ χρυσὲς σχεδίες κ᾿ ἐμεῖς νομίζουμε ἀντανακλαστικὰ πὼς κεῖνα μᾶς ἐξουσιάζουν.

Σταθερὰ καὶ μεθοδικὰ τὰ κράτη ἔγιναν περιουσιακὰ στοιχεῖα τῶν ἀποτραβηγμένων ἡγεμόνων. Ἔτσι ἀγοράζονται καὶ πωλοῦνται μυστικά. Τὸ παζάρι τοῦ κόσμου δέν ξέχασε τὴν καταγωγή του…

Ὁ Μακιαβέλλι μᾶς δίδαξε τοὺς τρόπους τῶν ἡγεμόνων! Ποτέ δὲ φαντάστηκε ὅμως πὼς οἱ ἡγεμόνες –μαζὶ μὲ τὰ κράτη– θὰ γίνονταν ἀόρατοι γιὰ τὸ μεγάλο πλῆθος…

Οἱ τρόποι τους μᾶς χτυπάνε τώρα ξανά σὰν ἄγριες καταιγῖδες καὶ δυνατοὶ σεισμοί.

Ἄ φ ε υ κ τ α ὅμως λειτουργοῦν πάνω τους τὰ μέγιστα φυσικὰ φαινόμενα:

τῆς ἀ λ λ α γ ῆ ς,

τῆς φ θ ο ρ ᾶ ς

καὶ τοῦ θ α ν ά τ ο υ.

[Ἀπ’ τὸ μονόλο Μακιαβέλλι τοῦ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου.]

Ένας ιθαγενής διοικητής αρκεί… Απ’ το «Σινιόρε Μακιαβέλλι,.. γελάστε!»

«Ἡ μεγάλη Καρχηδόνα στὴ Βόρεια Αφρική, ἡ Κάπουα στὴν Ἰταλία κ᾿ ἡ Νουμάντια στὴν Ἱσπανία καταστράφηκαν.

Κ᾿ οἱ τρεῖς τους ἦταν ἐμπόδιο γιὰ τοὺς Ρωμαίους. Κ᾿ οἱ τρεῖς τους εἴχανε δικούς τους νόμους, πολίτευμα κι ἀξίες. Ἡ αὐτονομία τους τὶς ἔκανε ἐ π ι κ ί ν δ υ ν ε ς. Ἔπρεπε νὰ καταστραφοῦν, γιὰ νὰ γίνῃ ἡ Ρώμη ὅ,τι τελικὰ ἔγινε: ἡ μεγάλη ἐπικράτεια μὲ τὴν καλοκουρδισμένη γραφειοκρατία καὶ τοὺς μακραίωνους θεσμούς.

Ἢ οἱ πόλεμοι θὰ παρέμεναν ἐξωτερικοί, μεταξὺ δυνάμεων ξέχωρων, ἢ θὰ γίνονταν ἐσωτερικοὶ μεταξὺ Ρωμαίων στρατηγών. Ἢ θὰ σκοτωνόταν ὁ Ρωμαῖος στὴ μάχη ἢ θὰ πέθαινε στοὺς δρόμους τῆς πλούσιας Ρώμης ψάχνοντας τὸ ψωμί του. Θὰ τόβρισκε ὅμως –ἂν τόβρισκε– χωρίς τὸ φόβο μιᾶς ξένης ἐπιδρομής…

Γιὰ νὰ γίνουν ὅμως ὅλ᾿ αὐτά, ἔπρεπε οἱ τρεῖς πόλεις νὰ ἰσοπεδωθοῦν – νὰ ξεχαστοῦνε τὰ ἐλεύθερα ἤθη τους καί ἀπ᾿ τοὺς κατοίκους τους μὰ καί ἀπ᾿ ὅλον τὸν κόσμο μεμιᾶς. Ὅποιος θυμᾶται τὴν ἐλευθερία, τὴν ἀναζητάει. Μὲ κάθ᾿ εὐκαιρία θέλει νὰ τὴν ξανάχῃ! Μόνη μέριμνά του εἶν᾿ ἡ ἐλευθερία κ᾿ ἡ εὐνομία ποὺ ἀπολάμβανε. Ἔ λοιπόν, πρέπει νὰ ξεχαστοῦνε γιὰ νὰ γίνῃ ὁ κατακτημένος ἕνα μὲ τὸν κατακτητή.

Ἐκτός, ἂν ὁ κατακτητὴς ἔρθῃ καὶ κατοικήσῃ στὸν τόπο ποὺ κατάκτησε. Τότε θάναι τόσο κοντά, ὥστε νὰ μή φοβᾶται καινούργιες ἐξεγέρσεις, καθὼς ἄμεσα θὰ μπορῇ νὰ τὶς καταστέλλῃ.

σινιόρε-μακιαβέλλι-γελάστε

Ὅταν ὁ κατακτημένος τόπος ὅμως δέν εἶχε δικούς του νόμους καὶ πολίτευμα,.. ὅταν ὁ κατακτημένος τόπος ἦταν περσότερο διεφθαρμένος π ρ ί ν,
απ᾿ ὅσο εἶναι τ ώ ρ α, ἀφότου τὸν κατάκτησαν,.. ὅταν ὁ λαὸς ἦταν ἐξίσου ὑποδουλωμένος πρίν –δίχως νὰ τὸ ξέρῃ πάντα–,.. τότε ὁ κατακτητὴς μπορεῖ νὰ μείνῃ ἥσυχος! Δὲ χρειάζεται οὔτε νὰ καταστρέψῃ, μὰ κι οὔτε νὰ ξενιτευτῇ, γιὰ νὰ διασφαλίσῃ τὶς κτήσεις του. Ἕνας ἰθαγενὴς διοικητὴς ἀρκεῖ, γιὰ νὰ διοικῆται ἐξ ὀνόματός του τὸ πλῆθος

Κ᾿ οἱ ντόπιοι, ἂν δὲν ὑποδεχθοῦν τὸν κατακτητὴ μὲ τιμὲς καὶ δόξα, σίγουρα ὕστερ᾿ ἀπὸ λίγο θὰ ξεχάσουν καί τὴν ὕπαρξη καί τὴν καταπίεσή του!.. Τί θὰ τοὺς κάνουν νὰ θυμοῦνται τὴ διαφθορὰ καὶ τὴν ἀνομία ποὺ καί πρὶν καί τώρα τοὺς τυραννάει, ὥστε νὰ νοιώσουνε μιὰ κάποια διαφορὰ καὶ ν᾿ ἀγωνιστοῦνε;.. Μόνο ἡ μνήμη τῆς ἐ λ ε υ θ ε ρ ί α ς καὶ τῆς ἀξιοπρέπειας ὁπλίζει τὸ χέρι· ἂν λείπῃ, ὁ κατακτητὴς ἂς παίζει ἥσυχος στὸ θρόνο μὲ τὶς δάφνες του…

Μάλλον,.. ἂς λυπηθῇ λιγάκι τὸν ἑ α υ τ ό του, ἂν καταφέρῃ νὰ σκεφτῇ, τί τιποτένιους κατάκτησε!»

Μια άγρια Τύχη… Απ’ το «Σινιόρε Μακιαβέλλι,.. γελάστε!»

«Μοῦ εἶναι γνωστὸ πὼς πολλοί πίστευαν –καὶ πιστεύουν– ὅτι τὰ ἐγκόσμια κυβερνιῶνται ἔτσι ἀπ᾿ τὴν Τύχη καὶ τὸ Θεό, ὥστε ὅλη ἡ ἐξυπνάδα τοῦ ἀνθρώπου νὰ μή φτάνῃ, γιὰ ν᾿ ἀλλάξῃ ἡ πορεία τους. Τούτη ἡ εικόνα εἶναι γιὰ μένα ἡ μ ι σ ὴ ἀλήθεια… Μ᾿ ἀρέσει νὰ παρομοιάζω τὴν Τύχη μ᾿ ἕναν ὁρμητικὸ ποταμὸ πού, σὰν πλημμυρίζῃ, καταποντίζει πεδιάδες, ξεριζώνει δέντρα, καταστρέφει κτήρια, μεταφέρει μάζες χωμάτινες ἀπ᾿ τόνα σημεῖο στ᾿ ἄλλο. Μπρὸς στὴν ὁρμή του, ὅλοι ὑποχωροῦν μήν ἔχοντας τὴ δύναμη ν᾿ ἀσκήσουν τὸ ἐλάχιστο εμπόδιο. Παραταῦτα, οἱ ἄνθρωποι, μὲ τὴν Ἀρετή τους, μποροῦν νὰ φτειάξουνε προχώματα καὶ νὰ προλάβουν τὴν πλημύρα· ἡ ροή της θὰ ἐκτραπῇ σ᾿ αὐλάκια καὶ θὰ ἐξασθενίσῃ.»

Μιὰ ἄγρια Τύχη χτυπάει βάναυσα τὶς πολιτεῖες καὶ τὰ πλήθη ψάχνουν –σὰν τοὺς πρωτόγονους– σπηλιὲς γιὰ νὰ κρυφτοῦνε! Λές κι αὐτὴ ἡ ἄγρια Τύχη εἶν᾿ ἕνα φαινόμενο τῆς Φύσης ἄ φ ε υ κ τ ο. Μά, ἂν κ᾿ ἡ πλημύρα ἀκόμα, πούρχεται ἀπ᾿ τοὺς οὐρανούς, μπορεῖ νὰ τιθασευτῇ, γιατί νὰ μήν ἀντιμετωπιστῇ κ᾿ ἡ ἐπέλαση ἑνὸς ἡγεμόνα;… Μὲ τὰ κατάλληλα προχώματα, ἡ ὁρμή της θ᾿ ἀδυνατίσῃ. Μπορεῖ τὸ κακὸ νὰ μήν ἐξαλειφθῇ, μὰ θὰ μετριασθῇ κ᾿ ἔτσι οἱ ἑπόμενες γενιὲς θὰ σκοτώσουνε τὸν ὄφι.

σινιόρε-μακιαβέλλι-γελάστε

Ἕνα βλῆμα ἐμφανίζεται στὸν οὐρανό. Ἂν προλάβουμε νὰ τὸ παρατηρήσουμε ἀπὸ μακρυά –ἔστω καὶ λίγο–, θὰ μπορέσουμε νὰ ὑπολογίσουμε τὴν τροχιά του. Θὰ μάθουμ᾿ ἔτσι ποῦ θὰ χτυπήσῃ καὶ μὲ πόση δύναμη. Τὸ τυχαῖο στὴ γένεσή του καταστροφικὸ συμβᾶν θάχῃ γίνει μετρήσιμο! Θὰ ξέρουμε πόσα κτήρια θάχουν ἰσοπεδωθῆ,.. πόσα ζῶα θάχουνε ψοφήσει,.. πόσοι ἄνθρωποι θάχουν σκοτωθῆ!..

Ἂν τὰ γνωρίζουμε ὅλ᾿ αὐτά, οἱ τρόποι μας δὲν ἔχουν παρὰ ν’ ἀκολουθήσουν ὅσα οἱ καιροὶ προστάζουν. Ἑνὸς ἡγεμόνα ἢ μιᾶς πολιτείας ἡ Τύχη ἀλλάζει, σὰν οἱ καιροὶ φανοῦνε διαφορετικοὶ ἀπ᾿ τὴ φυσική τους κλίση. Ἂν ὁ ἡγεμόνας εἶν᾿ ὁρμητικὸς κ᾿ οἱ καιροὶ ἐξίσου, τότε θὰ κυβερνάῃ μὲ δόξα καὶ τιμή!.. Ἂν ὅμως εἶν᾿ ὁρμητικὸς κ᾿ οἱ καιροὶ μαλακοὶ –ἢ τ᾿ ἀντίστροφο–, ὁ ἠγεμόνας θὰ πέσῃ ἀπ᾿ τὸ θρόνο του. Ἀνάλογα καὶ γιὰ τὶς πολιτεῖες: θὰ εὐδοκιμοῦν ἢ θὰ παρακμάζουν. Μὰ μιὰ δημοκρατία ἔχει ἕνα μεγάλο πλεονέκτημα: κρύβει μέσα της τόσους χαρακτῆρες ὅσα τὰ γνωρίσματα τῶν καιρῶν ποὺ συνεχῶς ἀλλάζουν. Ὅταν οἱ καιροὶ ἀλλάξουν, μιὰ δημοκρατικὴ πολιτεία μπορεῖ ν᾿ ἀλλάξῇ τὸν ἡγέτη της.

Ἀρκεῖ νάχῃ γεννηθῆ στὴν ἐπικράτειά της ὁ κατάλληλος ἄνθρωπος!