Δυό ἥλιους βλέπω – ἀπὸ τίς «Βάκχες» τοῦ Εὐριπίδη

ΠΕΝΘΕΑΣ:
Δυὸ ἥλιους βλέπω.
Σὰν ταῦρος
νὰ μ᾿ ὁδηγῇς –
κέρατα νάχῃς.
Ἤσουν ἀγρίμι κάποτε;!

ΔΙΟΝΥΣΟΣ:
Ὁ θεός,..
ἐκεῖνος εἶναι.
Πρῶτα ἐχθρός,
σύμμαχός σου πιά!..
Τώρα βρῆκες τὸ δρόμο σου…

ΠΕΝΘΕΑΣ:
Πῶς μὲ βλέπεις, ξένε;
Ἴδιος δὲν εἶμαι ἡ Ἰνῶ;..
Ἴδια κοψιὰ ἡ Ἀγαύη;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ:
Σὰ νὰ τὶς ἔχω ἐμπρός μου…
Μὰ ἕνας πλόκαμος
σοῦ ᾿χει ξεφύγει.

ΠΕΝΘΕΑΣ:
Ἐγὼ φταίω.
Γλίστρισε
σὰ στὸ παλάτι βάκχευα.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ:
Ἄσε με νὰ σοῦ τὸν φτειάξω.
Κάνε λίγο πάνω τὸ κεφάλι!

ΠΕΝΘΕΑΣ:
Μὲ ποιό ἀπ᾿ τὰ δυὸ τὰ χέρια
τὸ θύρσο νὰ βαστάω;,
νὰ φαίνομαι σὰ βάκχη;

ΔΙΟΝΥΣΟΣ:
Μὲ τὸ δεξί – καὶ τὸ δεξί ποδάρι σήκωσε.
Τώρα μάλιστα,.. Πενθέα…

ΠΕΝΘΕΑΣ:
Πάρε με, ξένε, στὰ βουνά – ψηλά!
Ἐγὼ τολμάω μόνο.

 

Ἐλεύθερη ἀπόδοση – διασκευή.

αγαύη-πνεθέας-βάκχες

Ἡ Ἀγαύη καὶ μαινάδες κατασπαράσσουν τὸν Πενθέα.