Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος, Η τραγική ρίζα του κωμικού

[] μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας… 

Ἀριστοτέλης, Ποιητική, 1449 b 25.

Φαντάζομαι ἕνα διάλογο τοῦ Ἀλσὲστ ἀπ᾿ τὸ Μισάνθρωπο τοῦ Μολιέρου μὲ τὸν Οἰδίποδα!.. Θάχανε πολλὰ νὰ ποῦνε οἱ δυό τους – σὰ καλοί, παλιοὶ φίλοι ποὺ ὁ ἕνας θ᾿ ἀκούμπαγε στοργικὰ τὸ κεφάλι στὸν ὦμο τοῦ ἄλλου προσπαθῶντας ν᾿ ἀλαφρύνῃ τὰ βάσανά του καὶ ν᾿ ἀφουγκραστῇ τὴν ἀνάσα τοῦ συνοδοιπόρου του στὴν ἔρημο τῆς ὕπαρξης τους.

Σὲ πολλὰ θὰ συμφωνοῦσαν. Κι ἂν ἀκόμα – κάποιες στιγμές – διχογνωμοῦσαν, οἱ ἀντιρρήσεις θάταν ὑποσημειώσεις στ᾿ ὅλον, λεπτομέρειες,.. μιὰ μουσικὴ διαφωνία πολλοστημόριου τοῦ τόνου σὲ μιά – κατὰ τὰ λοιπά – καλοκουρδισμένη ἀντιφωνία -τουτἔστιν, ὁ ὁρισμὸς τοῦ κωμικοῦ.

Ὅμως, ὁ Ἀλσέστ, ποὺ παραπονιέται γιὰ τὴν ἀκρισία, τὴν ἀνειλικρίνεια καὶ τὴν κακότητα τῶν συμπατριωτῶν του, ἀκούει τούτη τὴν ἀντιφωνία νὰ βοᾷ διαρκῶς μές στὰ σωθικά του· νοιώθει τὸ πρωθόρμητο τῆς αἴσθησής του συνάμα μὲ τὸν ἐγκλωβισμό του στὰ στεγανὰ τῆς γαλλικῆς Αὐλῆς.

Ὁ ἴδιος δὲν εἶναι βασιλιᾶς, μήτ᾿ ἥρωας σὰν τὸν καλό Θηβαῖο φίλο του -εἶναι μοναχὰ ἕνας ἁπλός, ἀκέραιος καὶ φιλαλήθης Εὐρωπαῖος τῆς νεώτερης ἐποχῆς· ὄχι κάνα μονολιθικό «τοτέμ» τῆς μυθολογικῆς προϊστορίας.

Πῶς νὰ γλυτώσῃ ἀπ᾿ τὴ γελοιοποίηση;.. Ποῦ νὰ κρυφτῇ ἀπ᾿ τὴ δηλητηριώδη συμπεριφορὰ τῶν «συνανθρώπων» του;.. Ἀπὸ ποῦ ναβρῇ τὴ θέληση νὰ σβήσῃ τὸ φῶς τῶν ματιῶν του, νὰ καταδικάσῃ τ᾿ ἀφτιά του σ᾿ αἰώνια σιωπή;.. Κολωνὸς γι᾿ αὐτόν, δ ὲ ν ὑπάρχει. Οἱ Ε ὐ μ ε ν ί δ ε ς πάντα γιὰ κεῖνον Ἐ ρ ι ν ύ ε ς. Τὸ ξέρει καλά: ὁ καλός του σύντροφος θ᾿ ἀναπαυθῇ -θὰ λάβῃ τελοσπάντων, ἐ κ ε ῖ ν ο ς πρῶτα, τὴν ποθούμενη κάθαρση. Ἀλλὰ ὁ κακομοίρης ὁ Ἀλσέστ θὰ σέρνεται αἰώνια στὸν ἄπειρό του δρόμο…

Ὁ Οἰδιποδας μ ο ν ώ ν ε τ α ι ἀπ᾿ τὸ σύμπαντα κόσμο ἐ κ ο ύ σ ι α· ὁλοκληρώνεται διὰ τῆς ἀναχωρήσεώς του. Ὁ Ἀλσέστ, μονωμένος ἀ κ ο ύ σ ι α ἀπ᾿ τὸ χυδαῖο θόρυβο ὁλόγυρά του, θὰ μείνῃ γιὰ πάντα λειψός. Νά ἡ κωμωδία του!: γιὰ νάχῃ κάποιο τέλος «εὐτυχές» κι «ἁρμονικό» τὸ ἔργο ποὺ τὸν βαφτίζει εἰρωνικὰ ἐ χ θ ρ ὸ τ ο ῦ ἀ ν θ ρ ώ π ι ν ο υ, καταδικάζεται ὁ ἴδιος σὲ μιὰν ἐσωτερικὴ ἀντιφωνία, σὲ μιὰν ἰδιοσυγκρασιακὴ ἔλλειψη -μ᾿ ἄλλα λόγια, στὴν τ ρ α γ ι κ ὴ κ ω μ ω δ ί α τῆς ὕπαρξής του.

Ἡ ρίζα του ε ἶ ν α ι τραγική· μὰ δὲ θὰ καρπίσῃ καί – μοιραῖα – οὔτε θὰ κοπῇ ἢ θὰ πέσῃ, σάπιο δέντρο μετὰ ἀπὸ χρόνους. Ἡ φύση του προορίζεται γιὰ κάτι δυσβά-σταχτο: θὰ ξεμυτίσῃ ἀπ᾿ τὸ χῶμα, θ᾿ ἀνοίξῃ κλαδιά, θ᾿ ἁπλώσῃ φύλλα, ἀλλά… ὥς ἐκεῖ!.. Ἡ συστροφὴ τῆς ζωικῆς του βούλησης θ᾿ ἀρχίσῃ νὰ μαραίνῃ τὸν κορμὸ τὴ στιγμὴ ποὺ θάδινε καρπούς.

Οἱ καταραμένες Μοῖρες θὰ συνεχίσουν νὰ κλώθουν μ᾿ ἴδιο ὑφάδι τὸ νῆμα του βγάζοντας στριγγὰ χαχανητά, ὥς τὸ τέλος τοῦ κόσμου καί – δυστυχία του… – ἀκόμα παραπέρα… Στὸν ἀρχαιοσκανδιναβικὸ μῦθο, τοῦτες οἱ Κυρᾶδες (οἱ Nornir) κάθονται κάτω ἀπ᾿ τὸ δέντρο τοῦ Κόσμου· ὕστερ᾿ ἀπὸ κάθε καταστροφή – μετὰ ἀπὸ κάθε πτώση τῶν θεῶν (κάθε ragnarok) – ξαναπλέκουν τὸν ἱστὸ τοῦ Σύμπαντος. Ἔ, λοιπόν, ἐκεῖ κοντά – δίπλα στὸ ὑφαντὸ τῆς ἕ τ ε ρ η ς Ὕπαρξης – μακραίνει ἀτελεύτητα τό «σχοινάκι» τοῦ Ἀλσέστ. Ὅσοι κόσμοι κι ἂν χαθοῦνε, ὅσους «Θόρ» κι ἂν φαρμακώσῃ μὲ τὰ δηλητηριώδη του δόντια ὁ τεράστιος ὄφις, ὁ φτωχούλης «μισάνθρωπος» θὰ διασκεδάζῃ ἐπ᾿ ἀόριστον Ὅλυμπο καὶ Βαλχάλα, πρόποδες τῆς Ἀκρόπολης κι Αὐλὴ τῶν Βερσαλλιῶν, μὲ τὴν ὁρμητική του φιλαλήθεια.

Ὁ καλός μας Γάλλος γεννήθηκε στὸ μυαλὸ τοῦ δημιουργοῦ του βιώνοντας τὸ τραγικὸ Ἀπόλυτο, μὰ καταδικάστηκε βάναυσα νὰ παλεύῃ ἀκατάπαυτα μὲ τὸ σχετικὸ κ᾿ ἡμιτελὲς τοῦ περιβάλλοντός του.

Ὤφειλε νάναι κ ω μ ι κ ό ς… πρὸς γνώσιν καὶ συμμόρφωσιν ἡμῶν τῶν ὑπολοίπων

[Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος, ἀπ’ τὸ μηνιαῖο περιοδικὸ Διορθώσεις, τ. 36, σ. 1276-7.]

 

rakham-nornir

Arthur Rakham, Οἱ Μοῖρες, 1912.