Κριτική Πάρι Τακόπουλου (Περιοδικό Ηλιαία Ιαν. – Φεβ. 2013)

«Αν και δεν θα ήταν πολύ δύσκολο για τον Σινιόρ Μακιαβέλλι να γελάσει, γιατί και πνεύμα είχε και θάλεγα και χιούμορ, ο ως άνω τίτλος του κωμικοτραγικού διαλόγου του Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου, δικαιολογείται λόγω της παρουσίας του αγέλαστου γελωτοποιού, του μοναδικού δευτεραγωνιστή αυτής της παραστάσεως. Και λέω «μοναδικού» με την διπλή έννοια της λέξεως, γιατί η ύπαρξίς του (ένα εξαίρετο εύρημα του συγγραφέα) αποτελεί μαζί με το βιολί του, ένα απαραίτητο μέρος – μέλος της όλης ποιητικώτατης θεατρικότητας του «Σινιόρε Μακιαβέλλι… γελάστε!».

«Σινιόρε Μακιαβἐλλι... γελάστε!» image

 

Τώρα, θ᾿ αρχίσω μ᾿ ένα πρώτο ερώτημα γι᾿ αυτό το έργο με τις πέντε ενότητες, και τον ένα πρόλογο και τον ένα επίλογο: για ποιόν Νικολό Μακιαβέλλι μιλάει; Θα δώσω αμέσως μαζί με τον συγγραφέα – ημιδιαφωνώντας μαζί του – την έστω μισοπρώτη απάντηση: για όλους! Τι και αν ο πιο πολύς κόσμος των περισσοτέρων εποχών, αρχίζοντας από τον πρώτο, μετα-Μακιαβέλλι, αιώνα, τον θεωρούσε σαν τον αγγελικό εκπρόσωπο του Σατανά, ή τον διαβολικό απόστολο του Θεού!

Αφήνοντας κατά μέρος την Ιερά Εξέταση που έβαλε στη λίστα των απηγορευμένων βιβλίων του Βατικανού τον «Ηγεμόνα» του, άμα τη πολλοστή ανάγνωσει του προς ιδίαν αποκλειστικήν, ως νοσοκόμαν, αυτογνωσίαν, εκκλησίας τε και προκαθημένων της, και τον Φρειδερίκο τον Μέγα τον γράψαντα λίβελλο κατά του Μακιαβέλλι και μάλιστα στη γλώσσα των ευγενών «en francais», με τον πολύ «ζολί» τίτλο «Antimakiavelli» (προφερόμενον στα γαλλικά «αντιμακιαβελλί»), θ᾿ αποφύγω να αναφερθώ στον Μάρλοου και στον Σαίξπηρ ή ακόμα και στον Βολταίρο γιατί ως μεγάλοι ποιηταί, οι δύο πρώτοι, και ως μέγας διανοητής ο τρίτος, δεν μπορεί παρά να ήσαν καλοί γνώστες της αιτίας των λεγομένων και αμφιλεγομένων του Μακιαβέλλι.

Άλλωστε ας μην ξεχνάμε ότι ο Νικολό Μακιαβέλλι ήταν και συνάδελφός τους. Είχε γράψει τον «Μανδραγόρα», ίσως την σπουδαιότερη κωμωδία της Αναγέννησης, αν όχι την πρώτη καλύτερη «προ-μετα-κωμωδία» της εποχής της, για να θυμηθείτε και λίγο θεατροπαραλογικό-θεατρολόγιο λόγο. Κανένας δεν ξέρει τις αδυναμίες και τις δυνάμεις των ισχυρών καλύτερα από ένα θεατρικό ποιητή. Και ο Μακιαβέλλι ήταν ποιητής ορατών τε και αοράτων, αν όχι «των όλων», σχεδόν όλων. Όσο για τον χαρακτήρα του που τον μέμφεται κανείς εύκολα (γιατί φαινόταν να πηγαίνει πάντα με το μέρος των κρατούντων) τι να σας πω; Μήπως και ο Σαίξπηρ και ο Μολιέρος δεν διαλέγανε τους ισχυρούς για να τους προστατεύσουν;  Ή μήπως, όπως κι ο Μακιαβέλλι, τους διαλέγανε για να τους δώσουν συμβουλές, προς αυτοπροστασίαν της ελευθερίας τους;

Να κατηγορείς έναν «μικρό», δείχνει βέβαια κάποια έλλειψη γνώσεως της φύσεως του ανθρώπου, αλλά καμιά φορά είσαι αναγκασμένος να το κάνεις όταν ο μικρός θέλει να «παίξει» τον μεγάλο. Αλλά να κατηγορείς ένα μεγάλο που είναι μεγάλος, όσο αν κι αυτό είναι της «φύσεως» των μικρών ανθρώπων, είναι κάτι το δυσεξήγητο. Εκτός εάν οι κατήγοροι ανήκουν κι αυτοί στον χώρο των μεγάλων, οπότε εκεί ή κ᾿ εδώ, έχουμε καθαρά μιαν «υπόθεση» υπερβαλλούσης ζηλοφθονίας ή απλώς υπερβάλλοντος ζήλου, κατά το υπό του Θεμιστοκλέους λεχθέν: «οὐκ ἐᾷ μὲ καθεύδειν τὸ τοῦ Μιλτιάδου τρόπαιον».

Χωρίς να θέλω να πέσω και να πιαστώ μεσ᾿ την δική μου παγίδα, θα κάνω μια παρατήρηση στα λεγόμενα του Γαλιλαίου, (του Μπέρτολτ Μπρεχτ και όχι του Άγγελου Αντωνόπουλου), τα στολίζοντα σαν προμετωπίδα το πρόγραμμα του Μακιαβέλλι.

Λέει λοιπόν ο μπρεχτικός Γαλιλαίος πως ενώ οι κινήσεις των ουρανίων σωμάτων είχαν γίνει πιο κατανοητές, οι κινήσεις των εξουσιαστών των λαών παραμένουν ακόμα ανεξιχνίαστες. Ή κάτι τέτοιο.

Ε, λοιπόν κε Μπρεχτ, ή κύριε Γαλιλαίε, θα μου επιτρέψετε να διαφωνήσω μαζί σας. Οι κινήσεις των εξουσιαστών είναι κατανοητότερες, αν και ανοητότερες, από τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων, ίσως γιατί επαναλαμβάνονται πάντοτε, ασχέτως εάν αυτό γίνεται με «διαφορετικό» τρόπο, ή «λαμβάνει χώρα» συχνότερα, ακόμα και στον ίδιο χώρο.

Τι εννοώ; Θα σας πώ, ακολουθώντας κατά βήμα τον ευρηματικό συγγραφέα, υπό τους ωραίους ήχους του βιολιού της ταλαντούχου συνεργάτιδός του, τους οποίους εξακολουθώ να θυμάμαι προσπαθώντας να τους αναπαράγω μουρμουρίζοντας. Παρακολούθησα προ ημερών την εκπομπή του Ρίτσαρντ Ατενμπόροου με θέμα την μουσικότητα των ζώων, και άκουσα, θα έλεγα αρκετά περιχαρής, πως οι επιστήμονες σήμερα είχαν φθάσει στο συμπέρασμα πως και για τον άνθρωπο, πριν από τον λόγο, όπως και στα «άλογα» ζώα, ο αρχικός τρόπος της μεταξύ τους συνεννοήσεως ήταν πρώτα μουσικός.

Δηλαδή εν αρχή ήν ο μουσικός φθόγκος και μετά ο λόγος. Και είπα πριν, πως το άκουσα «περιχαρής», γιατί αυτό μου έλυνε και το προαιώνιο άλυτο πρόβλημα της παράλογης δημιουργίας του κόσμου, ο οποίος έχει δημιουργηθεί άνευ λόγου, εδώ και τέσσερα, και κατ᾿ άλλους, τεσσεράμισυ δισεκατομμύρια χρόνια. Εάν μ᾿ ένα μπαμ ξεκίνησε ο κόσμος – ο πρώτος μουσικός ήχος του σύμπαντος – τα πράγματα εξηγούνται ευκολότερα, από έναν αόριστο «Λόγο». Μπορείτε να φανταστείτε ένα Θεό να συνομιλεί επί τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια με τον εαυτό του, ή έστω να συνδιαλέγεται με το πρώτο του δημιούργημα, τον Διάβολο, και να μην έχει βαρεθεί ακόμα και την ίδια του την ύπαρξη; Ενώ τη μουσική, έστω και την εν εξελίξει μακροχρονίως, δεν την βαριέται κανείς εύκολα! Πόσο μάλλον ο μεγαλύτερος «Καν-είς» των όλων, ο Θεός. Αυτά τα ολίγω «μακιαβελλικά» γιατί νομίζω ότι έφυγα απ᾿ το θέμα μου, μια και πιστεύω πως θα τα ασπαζότανε και ο ίδιος ο Μακιαβέλλι, έστω και αν του έκλεινε μερικές από τις ανοικτές του πυλες στο Βατικανό.

Το έργο του Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου «Σινιόρε Μακιαβέλλι… γελάστε», είναι όπως μας εξηγεί περιληπτικά ο ίδιος, ένας συνεχής διάλογος – μονόλογος μεταξύ του λαλίστατου πολιτικού συμβούλου, του Μακιαβέλλι,και ενός γελωτοποιού, σιωπηλού εκπροσώπου της εξουσίας, όχι μόνο επί εποχής Μεδίκων αλλά πάσης εποχής ακόμα και της σημερινής. Η κωμικοτραγωδία βασίζεται στο περίφημο σύγγραμα του Μακιαβέλλι «Ο Ηγεμών», όπως και στο θεατρικό του έργο «Μανδραγόρα», το θαυματουργό φάρμακον διά πάσαν ερωτικήν ή εξουσιαστικήν νόσον και «μαλακίαν». Και προ παντός είναι θέατρο, ευρηματικό θέατρο, τέρπον και διδάσκον, αεί αυτοδιδασκόμενον.

«Προσεύχομαι» σ᾿ αυτό το έργο, ευρισκόμενος εις βιβλικήν «mood» συγγράφων και επεξηγών εις το κοινόν, την ιδικήν μου Κενήν Διαθήκην (ίδε προ της Αναστάσεως: «Η Κενή Διαθήκη δι᾿ αρχαρίους») μακροημέρευσιν δια να μη πω μακροβιότητα, και όχι μόνον εις το θέατρο «Αλκμήνη» αλλά και εις τα άλλα θέατρα της Ελλάδος, πλην των του Κλεινού Άστεως («Κλεινόν Άστυ» είναι και το πρώτον μου σατιρικόν μυθιστόρημα, το οποίον αν και κυκλοφόρησε το πρώτον το 1957, ξανακυκλοφόρησε προ των Χριστουγέννων του 2012, κρατώντας ύστερα από 57 χρόνια την ίδια επικαιρότητα αυτή της δεκαετίας του ’50, για να μην πω και περισσότερη. Κάτι ενθυμίζον την σημερινή κωμικοτραγικήν επικαιρότητα του «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλλι μετά από πέντε αιώνες).

Albrecht Dürer Ο λέων imageΚαι συγχαίρω όλους τους συνεργάτες του Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου, με πρώτο inter pares τον ίδιο, που έγραψε, σκηνοθέτησε και έπαιξε τον Νικολό Μακιαβέλλι κατά τον πιο δημιουργικό «μαθηματικό» τρόπο, και δεύτερο, τον γελωτοποιό ηγεμόνα, με το βιολί – βιολάκι του, την Ελισάβετ Αναγνώστου, που επιμελήθηκε εξαίσια και την μουσική επένδυση του έργου, και τρίτο την σκηνογράφο Ειρήνη Βαζιργιαντζίκη που διαμόρφωσε φλωρεντινά, τον χώρο, χάρις κυρίως στο απανταχού παρόντα αν και μη βρυχώμενο πλέον βασιλέα των ζώων, το ωραίο της λιοντάρι.

Σινιόροι θεαταί όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο θέατρο «Αλκμήνη». Πηγαίνετε, στο θέατρο Αλκμήνη, αν προλάβετε και σας υπόσχομαι να κλαψογελάσετε με τον Μακιαβέλλι του Παπαδημητρόπουλου