Μανόλης Χρονάκης, Απάντηση στο «Αυτός που γύρευα είμαι!..»

Κανένας δὲν εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὰ λάθη του, ἂν τὰ δῇς μὲ τὰ δικά του μάτια.
Τὰ λάθη αὐτὰ εἶναι δουλειὰ τοῦ ἄλλου, τοῦ ἑαυτοῦ του…
Ρόμπερτ Μούζιλ
Ὁ Ἄνθρωπος Χωρὶς Ἰδιότητες τ. Α΄, σελ. 308.

Μὲ ξάφνιασε εὐχάριστα τὸ μικρὸ ἔνθετο ποὺ συνόδευε τὸ 33ο τεῦχος τῶν «Διορθώσεων». Τὸ διάβασα ξανὰ καὶ ξανά, ὅπως ἕνα ποίημα, ποὺ σὲ βρίσκει ἕτοιμο – εὐάλωτο θάλεγα – γιὰ νὰ εἰσβάλῃ μέσα σου.

Κρῖμα ποὺ δὲν μπόρεσα νὰ βρίσκωμαι κ’ ἐγω μαζί σας. Παρὰ τὸ ὅτι δὲ μοῦ ἀρέσουν οἱ ποιητικὲς βραδιές – ἀλλοῦ ψάχνω τὴν ποίηση – θαρρῶ πὼς πρέπει νὰ ἤτανε ἀλλιῶς ὡραία. Στημένη ὄμορφα, σεμνὴ κι ἀθόρυβη φαινομενικά, βάζει φωτιὰ στὰ μέσα μας, ταράσσει…

Αὐτὸς ποὺ γύρευα: εἶμαι!., γράφει ὁ Ἐλύτης.

thumb-αυτός-που-γύρευα-είμαι

 

Μὲ προβλημάτισε ὁ τίτλος. Γυρεύοντας λοιπὸν μιὰ ἑρμηνεία εἶπα: Ναί, εἶμαι αὐτὸς ποὺ φαίνομαι πὼς εἶμαι, ψάχνοντας αὐτὸν ποὺ εἶμαι.

Αὐτὸς ποῦ φαίνομαι σὲ ποιόν; Στὸν ἑαυτό μου ἢ στοὺς ἄλλους; Δηλώνω ὅτι εἶμαι αὐτός, λογαριάζοντας πὼς ψάχνω αὐτὸν ποὺ πραγματικὰ εἶμαι!

Καὶ ποιός θὰ πῇ ποῦ βρίσκεται καὶ ποῦ σταματᾷ ἡ πραγματικότητα;.. Καὶ εἶναι σταθερὴ γιὰ νὰ τὴν ἐγκλωβίσῃς ὡς ἐνσταντανὲ φωτογραφίας; Ἢ μήπως τὴν ἀλλάζεις ψάχνοντάς τη; Καὶ πότε τὴν ψάχνεις: τώρα, χθὲς ἢ αὔριο; Θέλω νὰ πῶ, δὲν εἶσαι ὁ ἴδιος ὅσο ψάχνεις, ὅσο γυρεύεις…

Πρόκειται γιὰ διαρκῆ, ἀέναη ἀλλαγὴ κ’ ἐσοῦ ποὺ ψάχνεις καὶ αὐτοῦ ποὺ ψάχνεις. Ὑπάρχει μιὰ ἀμφίδρομη σχέση κ’ ἐ-πίδραση ποὺ δὲν ἀφήνει τίποτα σταθερό. Ποιόν ἑαυτὸ νὰ ψάξῃς λοιπόν, ποὺ σοῦ φεύγει μέσ’ ἀπ’ τὰ δίχτυα, ποὺ τοῦ στήνεις;… Καὶ ποιόν βρῆκες;: Ἕνα πουκάμισο ἀδειανό, ποὺ λέει ὁ ἄλλος ποιητής, νὰ τί βρῆκες ἀφελῆ, ἀνόητε!..

Τὸ ἐπαναλαμβάνω ἀλλιῶς: Εἶμαι αὐτὸς ποὺ γυρεύει αὐτὸν ποὺ εἶμαι…

Ποὺ δὲν τὸν βρῆκα καὶ δὲν θὰ τὸν βρῶ ποτέ μου. Ἀστειεύεσαι; Ἂν σκάσῃ πρόσωπο ὁ ἑαυτός (αὐτὸς ποὺ εἶμαι) χάθηκα, ἐτελείωσα. Μόνο τότε τὸν πλησιάζω λίγο, ἂν γίνω τρελλός, παλαβὸς ἢ ποιητής! Δὲν μπορῶ νὰ τὸν φανταστῶ δίπλα μου, φασματικὸ συνοδοιπόρο. Εἶναι ὅμως σημαντικὸ ποὺ ψυχανεμίζομαι πὼς εἶμαι καὶ κάτι ἄλλο. Αὐτὸ φτάνει. Αὐτὸς ποὺ γύρευα, λοιπόν, αὐτὸν ποὺ εἶμαι… Σὲ καμμιὰ περίπτωση ὅμως δὲν εἶμαι ὁ ἑαυτός μου! Κι ὡστόσο, καὶ γι’ αὐτό, συνήθως ἀγαπᾷ κανεὶς τὸν ἑαυτό του περισσότερο ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ τὸν γνωρίζει λιγότερο ἀπ’ ὅ,τι γνωρίζει ὅλους τους ἄλλους! [Ρόμπερτ Μούζιλ, Ὁ Ἄνθρωπος χωρίς ἰδιότητες, τ. Β΄ σελ. 642].

Ἂν ποτὲ συναντήσω αὐτὸν τὸν Ἕνα, κανένα, ἑκατὸ χιλιάδες.., ποιά θά ‘ναι ἡ τύχη μου θαρρεῖς; Εἶναι ἀρκετό, γιὰ νὰ γίνω σκόνη καὶ σποδός, πιὸ κι ἀπὸ πεθαμένος!.. Θὰ χαθῶ, θ’ ἀφανιστῶ σὲ τάφο σκοτεινὸ μὲ χιλιάδες μισοπεθαμένους ἢ καὶ μὲ πτώματα νωπά, σὲ μαύρη τρύπα τῆς ἀφάνειας καὶ τοῦ θανάτου.

Ὄχι, δὲν τὸν γυρεύω, δὲν τὸν ψάχνω. Τοῦ κρύβομαι ἀνήσυχος, γιατί αἰσθά-νομαι ὅτι αὐτός μὲ ψάχνει, μὲ ἀναζητεῖ ἀπεγνωσμένα…

Εἶμαι αὐτὸς ποὺ ψάχνει… ὁ χαμένος! Εἶμαι ὁ χαμένος!..

Καὶ τότε, ὁ ἑαυτός μου τί; Γιατί ὁ ἑαυτός μου;.. Μὰ εἶναι ὁ κόσμος μου, ποὺ πάνω του στηρίζομαι καὶ συνεχῶς τσιμπολογῶ καὶ τρέφομαι ἀπ’ αὐτόν!.. Τὸν τρέφω συνεχῶς, τόσο ἄπληστος ποὺ εἶναι. Κ’ ἐκεῖνος μου ἐπιστρέφει ψιχία διαλεχτὰ γιὰ τὴν περίπτωσή μου! Εἶμαι ὁ ἀφρὸς τοῦ ἑαυτοῦ μου ἢ μήπως τὸ κατακάθι του;!.

Ἄι πινίγου βρὲ παλαβέ… Πᾶς νὰ τρελλαθῇς καὶ νὰ τρελλάνῃς μαζὶ καὶ τὸ παιδί μου;… Νὰ γίνῃς καπινὸς παλιοκρητικέ… κι ἂν χρειαστῇ νὰ γίνετε μαζί! Κι αὐτὰ ποὺ λέτε, καπινὸς κιἀέρας κοπανιστὸς εἶναι!.. Ἄι στὸ διάτανο πιά, μὲ τὶς παλαβομάρες σας…

Αὐτὰ θὰ μοῦ ‘λεγε ἡ μακαρίτισσα ἡ μάνα σου ἡ Τόλη <ἀναφέρεται στὴ μητέρα τοῦ ὑπεύθυνου τῶν Διορθώσεων, Κ.Μ. Μάστρακα, ποὺ ἀδερφικός του φίλος εἶν’ ὁ γράφων>, γελῶντας, καμαρώνοντας, περήφανη γιὰ σένα. Πίσω ὅμως ἀπὸ τὸ χαρακτηριστικὸ κούνημα τῆς κεφαλῆς, στὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ της, ἔκρυβε μιὰν ἀνησυχία γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς νέους, τότε..

Ἡράκλειο, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Υ.Γ. Στὴ Σκωτία ὑπάρχει ὁ fetch 1, ποὺ ἔρχεται νὰ πάρῃ κάποιον καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσῃ στὸ θάνατο. Ὑπάρχει, ἀκόμα, κι ἡ σκωτσέζικη λέξη wraith, γιὰ τὸ φάντασμα, ποὺ λένε ὅτι βλέπει κάποιος, λίγο πρὶν πεθάνῃ καὶ ποὺ ἔχει τὴ δικιά του ἀκριβῶς μορφή. Εἶναι κακὸ σημάδι νὰ συναντᾷ κανεὶς τὸν ἑαυτό του. []

Στὸ διήγημα τοῦ Πόε Οὐίλλιαμ Οὐίλσων ὁ Διπλὸς 2 εἶναι ἡ συνείδηση τοῦ ἥρωα. Τὸν σκοτώνει καὶ τότε πεθαίνει κι ὁ ἴδιος. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὁ Ντόριαν Γκρέυ στὸ μυθιστόρημα τοῦ Οὐάιλντ καρφώνει τὸ πορτραῖτο του καὶ βρίσκει τὸ θάνατο. Ὁ Διπλὸς σὲ ποιήματα τοῦ Γιέητς εἶναι ὁ ἄλλος ἑαυτός μας, ὁ ἀντίθετός μας, αὐτὸς ποὺ μᾶς συμπληρώνει, αὐτὸς ποὺ δὲ γίναμε καὶ ποὺ δὲ θὰ γίνουμε ποτέ. Ἐδῶ σημαίνει φάντασμα ἢ   σ ῳ σ ί α ς  ζῶντος, προμήνυμα θανάτου, φάσμα. Σὲ πολλὲς χῶρες συναντιέται ἡ ἰδέα τοῦ Διπλοῦ, ποὺ τὴν ὑπέβαλαν ἢ τὴν προκάλεσαν οἱ ἀντανακλάσεις τῶν καθρεφτῶν καὶ τοῦ νεροῦ, καθὼς καὶ οἱ δίδυμοι.
Τὰ τοῦ Ὑστερόγραφου, ἀπ’ τὸ Βιβλίο τῶν φανταστικῶν ὄντων τοῦ Χόρχε Λουὶς Μπόρχες, ἔκδ. Libro, Ἀθήνα 1983, μτφρ Γιῶργος Βέης.

[περιοδικὸ Διορθώσεις, τ. 36, σ. 1262-3.]