Νίτσε, Γιὰ τὴ διονυσιακὴ ἔκσταση

Τὸ δρᾶμα δὲν ξεκίνησε μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ κάποιος μεταμφιέστηκε καὶ πῆγε νὰ ξεγελάσῃ κάποιους, ἀλλ᾿, ἀπεναντίας, ἐπειδὴ βρισκόταν «ἐκτὸς ἑαυτοῦ» καὶ πίστευε πὼς εἶχε ὡς διὰ μαγείας μεταμορφωθῆ! Στήν κατάσταση τοῦ ἐκτὸς ἑαυτοῦ ἑστᾶναι, τῆς ἔκστασης, δὲ χρειάζεται παρὰ ἕνα βῆμα παραπέρα: δὲν ἐπιστρέφουμε στοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλ᾿ ἐνδυόμαστε μιὰν ἄλλη ὕπαρξη – καί (τί πιὸ φυσικό;) συμπεριφερόμαστε σὰ μαγεμένοι! Ἀποκεῖ προέρχεται, σὲ τελικὴ ἀνάλυση, ἡ βαθιὰ

γέννηση-Διόνυσος-Δίας

Η γέννηση του Διόνυσου από το μηρό του Δία

ἔκπληξη ποὺ μᾶς προκαλεῖ τὸ δρᾶμα ὡς θέαμα: τὸ ἔδαφος τρέμει, κλονίζεται ἡ πίστη στὸ ἀδιάρρηκτο καὶ στερεὸ τοῦ ἀτόμου. Κι ὅπως ὁ θιασώτης τοῦ Διονύσου πιστεύει πὼς ἔχει πράγματι μεταμορφωθῆ ―σὲ πλήρη ἀντίθεση μὲ τὸν Bottom στ᾿ Ὄνειρο θερινῆς νυκτός― ἔτσι κι ὁ δραματουργὸς πιστεύει πὼς τὰ δημιουργήματά του εἶν᾿ ἀληθινά! Ὅποιος δὲν συμμερίζεται αὐτὴ τὴν πίστη, μπορεῖ ν’ ἀνήκῃ ἀσφαλῶς στοὺς θυρσοφόρους, στοὺς ἀδαεῖς, ἀλλ᾿ ὄχι βέβαια στοὺς θεράποντες τοῦ Διονύσου, στοὺς βακχευτές…

Ἀπ᾿ τὸ βιβλίο Φρ. Νίτσε, Διόνυσος κατὰ Ἐσταυρωμένου, Δοκίμια καὶ σημειωματάρια, 1869-73, μτφρ Βαγγέλης Δουβαλέρης, Επιμ. Ἦρκος Ρ. Ἀποστολίδης, Αθήνα, 2009, 12.