Νίτσε, Γιὰ τὴν παράσταση τῆς τραγωδίας στὴν Ἀρχαιότητα

Πιστεύω, μάλιστα, ὅτι ὅποιος ἀπὸ μᾶς βρισκόταν ξάφνου σὲ κἀποιαν ἑορταστική παράσταση τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας, θ’ ἀποκόμιζε οὔτε λίγο οὔτε πολὺ τὴν ἐντύπωση ἑνός τελείως ἀλλόκοτου καί «βάρβαρου» θεάματος. Καὶ τοῦτο γιὰ πολλοὺς λόγους. Στὸ ἄπλετο φῶς τοῦ ἥλιου, δίχως τὶς μυστηριακὲς παρενέργειες τῆς ἑσπέρας καί τῶν φωτοσκιάσεων τῆς λυχνίας, στὴν ἐκθαμβωτική πραγματικότητα θάβλεπε ἕναν τεράστιο ἀνοιχτὸ χῶρο, πλημμυρισμένο ἀπὸ ἀνθρώπους: ὅλα τὰ βλέμματα κατευθύνονται χαμηλά, σ᾿ ἕνα πλῆθος μεταμφιεσμένων ἀνδρῶν ποὺ κάνουν παράξενες κινήσεις, σὲ ὑπεράνθρωπα ἀνδρείκελα, τὰ ὁποῖα βηματίζουν πάνω-κάτω σὲ μιὰ στενόμακρη σκηνή, μὲ πάρα πολὺ ἀργοὺς ρυθμούς. Γιατὶ πῶς ἀλλιῶς ν’ ἀποκαλέσουμε, ἂν ὄχι ἀνδρείκελα, κεῖνα τὰ πλάσματα πάνω στοὺς ψηλοὺς κοθόρνους, μὲ κάτι γιγάντιες, ζωηρὰ χρωματισμένες μάσκες, πολὺ ψηλότερες ἀπ᾿ τὸ κεφάλι τους, μὲ τὸ στέρνο καὶ τὸ κορμί, τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια παραφουσκωμένα ἀπὸ πρόσθετα ἐνδύματα ―πέρα ἀπὸ κάθε φυσικότητα―, ποὺ μόλις μποροῦν νὰ κουνηθοῦν, συνθλιμένα ἀπ᾿ τὸ βάρος μιᾶς ἐνδυμασίας μὲ μακριὰ οὐρὰ καὶ τεράστια κόμη; Ἐπὶ πλέον, αὐτὲς οἱ μορφές ἔπρεπε νὰ μιλᾶν μές ἀπὸ μεγάλα στόμια, ὅσο πιὸ δυνατὰ μποροῦσαν, καὶ νὰ τραγουδοῦν ἔτσι ὥστε νὰ τοὺς καταλαβαίνῃ ἕνα πλῆθος ἄνω τῶν 20000 θεατῶν: πράγματι, καθῆκον ἡρωικό, ἀντάξιο ἑνός μαραθωνομάχου… Κι ὁ θαυμασμός μας μεγαλώνει ἀκόμη περισσότερο, ἂν λάβουμε ὑπόψη ὅτι ὁ καθένας ἀπ᾿ τοὺς ἠθοποιούς-τραγουδιστές ἔπρεπε νὰ κρατάει ἀμείωτες τὶς δυνάμεις του γιὰ 10 ὧρες, προκειμένου ν᾿ ἀποδώσῃ περίπου 1600 στίχους, μεταξύ τῶν ὁποίων ἕξι τουλάχιστον μείζονα κ’ ἐλάσσονα ᾄσματα. Κι ὅλ᾿ αὐτά, μπροστὰ σ’ ἕνα κοινὸ πού «ἔπιανε» ἀνηλεῶς κάθε ὑπερβολὴ στὸν τόνο τῆς φωνῆς, κάθε παραφωνία, στὴν Ἀθήνα, ὅπου ―σύμφωνα μὲ τὸν Lessing― ἀκόμη κι ὁ ὄχλος διέθετε μιὰ ὀξεῖα καὶ λεπτὴ κρίση!

αρχαίς-ηθοποιός-μάσκα

Αρχαίος ηθοποιός με μάσκα στα χέρια του

Τί συγκέντρωση, τί ἄσκηση δυνάμεων, τί μακρόχρονη προετοιμασία, τί σοβαρότητα κ’ ἐνθουσιασμὸ στὴν κατανόηση τοῦ καλλιτεχνικοῦ ἐπιτεύγματος πρέπει ἐδῶ νά προϋποθέσουμε – ἐν ὀλίγοις, τί ἰδανικὴ ἠθοποιΐα! Αὐτὰ ἦταν καθήκοντα γιὰ τοὺς εὐγενέστερους πολῖτες! Ἐδῶ ἕνας μαραθωνομάχος πάντα τύγχανε τιμῆς ―ἀκόμη κι ἂν δὲν ἔπαιρνε πρῶτο βραβεῖο!―, ἐδῶ ὁ ἠθοποιός, παριστῶντας μὲ τὴ φορεσιά του κάτι ἀνώτερο ἀπ᾿ τὴν καθημερινὴ ἀνθρώπινη μορφή, αἰσθανόταν κι ὁ ἴδιος μίαν ἀνάταση, κ᾿ ἔτσι τά ἐκφραστικά καί μελαγχολικά λόγια τοῦ Αἰσχύλου ἔβγαιναν ἀπὸ μέσα του σὰ γλῶσσα φυσική.

Ἀλλά κι ὁ θ ε α τ ὴ ς ἀφουγκραζόταν μὲ μίαν ἀνάλογη ἔνταση: τὸν κατέκλυζε μία ἀσυνήθιστη γιορτινὴ ἀτμόσφαιρα, ποὺ τὴν περίμενε ἀπὸ καιρό. Δὲν ἤθελε νὰ ξεφύγῃ ἀπεγνωσμένα ἀπ᾿ τὴν πλήξη ἢ ν᾿ ἀποδεσμευτῇ πάσῃ θυσίᾳ ἀπ’ τὸν ἑαυτό του καὶ τήν ἀθλιότητά του γιά λίγες ὧρες. Ὁ ἀρχαῖος Ἕλληνας ἔφευγε ἀπ᾿ τὴν τόσο συνηθισμένη του, καὶ γεμάτη περισπασμούς, δημόσια ζωή – ἔφευγε ἀπ’ τὴ ζωὴ τῆς Ἀγορᾶς, τοῦ Δρόμου καὶ τοῦ Δικαστηρίου, καταφεύγοντας στὴ γιορτὴ τῆς θεατρικῆς δράσης, ὅπου ὅλα ἠρεμοῦν καί καλοῦν σέ περισυλλογή: ὄχι σὰν τὸν Γερμανὸ τοῦ παλιοῦ καιροῦ, πού, μόλις ἔσπαγε τὸν κύκλο τῆς ἐσώτατης ὕπαρξής του, γύρευε κάποιον περισπασμό, παρακολουθῶντας δημηγορικὲς ἁψιμαχίες·  α ὐ τ έ ς τὸν διασκέδαζαν πράγματι, κ᾿ ἐξ ἄλλου καθώρισαν τὴ μορφή καί τήν ἀτμόσφαιρα τοῦ δράματος τῆς ἐποχῆς του. Ἀντίθετα, στὴν ψυχὴ τοῦ Ἀθηναίου, ὁ ὁποῖος πήγαινε στὰ Μεγάλα Διονύσια νὰ δῇ κάποια τραγικὴ παράσταση, ἐνυπῆρχε τὸ στοιχεῖο πούχε γεννήση τὴν τραγωδία: ἡ ὁρμὴ τῆς ἄνοιξης ποὺ ἐκρήγνυται πανίσχυρη· μιὰ θύελλα καὶ μιὰ μανία ἀνάμικτων αἰσθημάτων, κατάσταση ποὺ γνωρίζουν ὅλοι οἱ ἀφελεῖς λαοὶ κι ὁλόκληρη ἡ Φύση, μὲ τὸν ἐρχομὸ τῆς ἄνοιξης.

Ἀπ᾿ τὸ βιβλίο Φρ. Νίτσε, Διόνυσος κατὰ Ἐσταυρωμένου, Δοκίμια καὶ σημειωματάρια, 1869-73, μτφρ Βαγγέλης Δουβαλέρης, Επιμ. Ἦρκος Ρ. Ἀποστολίδης, Αθήνα, 2009, 8-10.