Νίτσε, Ἡ μουσικὴ στὴν ἀττικὴ τραγωδία

Ἐκτὸς λοιπὸν ἀπ᾿ τὴ συγγένεια ποίησης καὶ μουσικῆς [] ἡ ἀρχαία μουσικὴ εἶχε δύο ἀκόμη χαρακτηριστικά: τὴν ἁπλότητα ―ἤτοι φτώχεια― ἁρμονίας καὶ τὸν πλοῦτο ρυθμικῶν ἐκφραστικῶν μέσων. Ἔχω ἤδη ἐπισημάνει ὅτι τὸ χορικό ᾆσμα ξεχώριζε ἀπ᾿ τὴ μονωδία κι ἀπ᾿ τὸν ἀ ρ ι θ μὸ τ ῶ ν φ ω ν ῶ ν, κι ὅτι μόνον στὰ συνοδευτικὰ ὄργανα ἐπιτρεπόταν μιὰ πολὺ περιορισμένη πολυφωνία, ἤτοι μία ἁρμονία ἔτσι ὅπως τὴ νοοῦμε σήμερα. Τὸ περιεχόμενο τοῦ

χορός-προσφορά-Διόνυσος

Χορός και προσφορά στο Διόνυσο

τραγουδιοῦ, ποὺ ἐκτελεῖται, νὰ γίνεται κατανοητό! – νά τὸ πρῶτο αἴτημα: κι ἀφοῦ τὸ κοινὸ καταλάβαινε πράγματι τὰ χορικὰ ᾄσματα τοῦ Πίνδαρου ἢ τοῦ Αἰσχύλου, μὲ τὶς παράτολμες μεταφορὲς καὶ τὰ τεράστια ἄλματα τοῦ λόγου του, προϋπέθετε σαφῶς μιὰν ἐκπληκτικὴ ἀπαγγελία καὶ ταυτόχρονα μιὰ χαρακτηριστικὴ μουσικότητα στὸν τονισμὸ καὶ τὴ ρυθμική. Ἡ αὐστηρὰ συντονισμένη μὲ τὸ κείμενο μουσικορυθμικὴ κατασκευὴ τῆς περιόδου συνοδευόταν ἐξ ἄλλου ἀπὸ ἕνα ὀπτικὸ μέσο ἔκφρασης: τὶς χορευτικὲς κινήσεις, τὴν ὄρχηση. Οἱ ἑλιγμοὶ τῶν χορευτικῶν, ποὺ πρόβαλλαν ἐνώπιον τοῦ θεατῆ σὰν ἀραβουργήματα στὴν πλατιὰ ἐπιφάνεια τῆς ὀρχήστρας, ἔδιναν τὴν αἴσθηση μιᾶς ὁρατῆς, τρόποντινά, μουσικῆς. Ἡ μουσικὴ ἐνέτεινε τὴν ἐπίδραση τοῦ ποιητικοῦ λόγου, ἡ ὄρχηση διερμήνευε τὴ μουσική. Ὁ ποιητής-μουσικὸς ἔπρεπε, σὺν τοῖς ἄλλοις, νάναι κ᾿ εὑρηματικὸς χορογράφος…

Ἀπ᾿ τὸ βιβλίο Φρ. Νίτσε, Διόνυσος κατὰ Ἐσταυρωμένου, Δοκίμια καὶ σημειωματάρια, 1869-73, μτφρ Βαγγέλης Δουβαλέρης, Επιμ. Ἦρκος Ρ. Ἀποστολίδης, Αθήνα, 2009, 26.