Νίτσε, Πῶς μεταδίδεται τὸ αἴσθημα

Πῶς μεταδίδεται τὸ αἴσθημα; Ἕνα μέρος του ―πολὺ μικρό― παίρνει τὴ μορφὴ σκέψεων, ἄρα συνειδητῶν παραστάσεων· τοῦτο ἀφορᾷ, βεβαίως, μονάχα τὶς σ υ ν ο δ ε υ τ ι κ ὲ ς παραστάσεις μιᾶς βουλητικῆς ροπῆς. Πάντα, ὡστόσο, μένει —ὥς καὶ σ’ αὐτὴ τὴν περιοχὴ τοῦ αἰσθήματος— κάτι ποὺ δὲν ἐπιδέχεται ἀνάλυση. Μόνον ὅ,τι τὸ ἀναλύσιμο σχετίζεται μὲ τὴ γλῶσσα, ἄρα μὲ τὴν ἔννοια, κι ὁριοθετεῖται, ἔτσι, στὴ σφαῖρα τῆς «ποίησης», ἐφόσον μπορεῖ νὰ ἐκφράζῃ ἱκανὰ τὸ αἴσθημα.

χειρονομίες

Yoga Steve, Χειρονομίες, 2006

Οἱ ἄλλες δύο μορφὲς μετάδοσης τοῦ αἰσθήματος εἶναι καθαρὰ ἐνστικτώδεις, δροῦν ἀσυναίσθητα, ἀλλ’ ἀποτελεσματικά. Πρόκειται γιὰ τὴ γ λ ῶ σ σ α   τ ῶ ν   μ ι μ η τ ι κ ῶ ν   χ ε ι ρ ο ν ο μ ι ῶ ν καὶ τῶν ἤ χ ω ν. Ἡ γλῶσσα τῶν μιμητικῶν χειρονομιῶν ἀποτελεῖται ἀπὸ σύμβολα καθολικῶς κατανοητὰ κ᾿  ἐκφράζεται μὲ ἀνακλαστικὲς κινήσεις. Μιλᾶμε γιὰ σύμβολα ὁρατά: τὸ μάτι, ποὺ τὰ βλέπει, μεταδίδει παρευθὺς τὴ διάθεση ποὺ παρήγαγε ἡ χειρονομία μὲ τὴ συμβολική της κίνηση· συχνά, ὁ θεατὴς αἰσθάνεται μία συμπαθητικὴ ἐννεύρωση στὸ μέρος τοῦ προσώπου ἢ στὸ μέλος, τοῦ ὁποίου τὴν κίνηση βλέπει. Τὸ σύμβολο, ἐν προκειμένῳ, εἶναι ὅλως ἀτελὲς καὶ μερικὸ εἴδωλο· εἶν᾿  ἕνα σημάδι ὑπαινικτικό· γιὰ νὰ γίνῃ ὅμως κατανοητό, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μιὰ σύμβαση. Τὸ σύμβολο τὸ κατανοεῖ κανεὶς ἐ ν σ τ ι κ τ ω δ ῶ ς – συνεπῶς, δὲ χρειάζεται τὴν ἐνάργεια τοῦ Συνειδητοῦ.

Π ο ι ό κομμάτι τῆς διττῆς φύσης τοῦ αἰσθήματος συμβολίζει ἡ μ ι μ η τ ι κ ὴ   χ ε ι ρ ο ν ο μ ί α;

Τὴ σ υ ν ο δ ε υ τ ι κ ὴ   π α ρ ά σ τ α σ η, σαφῶς· γιατὶ μονάχα αὐτὴν μπορεῖ νὰ ὑπαινιχθῇ ἡ ὁρατὴ ὄντας (συνεπῶς ἀτελὴς καί μερική) χειρονομία: μία εἰκόνα μόνο μέσῳ μιᾶς ἄλλης εἰκόνας μπορεῖ νὰ συμβολιστῇ.

Ἡ ζωγραφικὴ κ᾿ ἡ γλυπτικὴ παρουσιάζουν τὸν ἄνθρωπο διὰ τῆς χειρονομίας: συνιστοῦν, δηλαδή, μίμηση ἑνὸς συμβόλου· ἂν τὸ σύμβολο αὐτὸ γίνει κατανοητό, πέτυχαν τὸ σκοπό τους. Ἡ ἀπόλαυση ποὺ μᾶς προκαλεῖ ἡ θέαση ἐν προκειμένῳ, ἔγκειται μᾶλλον στὴν κατανόηση τοῦ συμβόλου, παρὰ τὴν ἐξωτερική του ὄψη.

Ἀντίθετα, ὁ ἠθοποιὸς παρουσιάζει μὲν τὸ σύμβολο στὴν π ρ α γ μ α τ ι κ ή του διάσταση, ὄχι μὲ κύριο σκοπὸ τὸ φαίνεσθαι· ἡ ἐπίδραση ποὺ θ᾿ ἀσκήσῃ πάνω μας, δὲν ἐξαρτᾶται τόσο ἀπ’ τὸ κατὰ πόσο θὰ κατανοήσουμε τὸ συγκεκριμένο σύμβολο: μᾶλλον βυθιζόμαστε στὸ συμβολοποιημένο αἴσθημα, μὴ μένοντας ἁπλῶς στὴν ἀπόλαυση τοῦ φαίνεσθαι καὶ τῆς ὡραίας λάμψης του.

Ἔτσι, ἡ σκηνογραφία τοῦ δράματος διόλου δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν ἀπόλαυση τοῦ Φαινομενικοῦ· ἀπεναντίας, ἀντιλαμβανόμαστε τὴν σκηνογραφία ὡς σύμβολο, καὶ καταλαβαίνουμε τί πραγματικὰ ὑπαινίσσεται. Κέρινες κοῦκλες κι ἀληθινὰ δέντρα μᾶς εἶναι πλήρως ἀποδεκτὰ δίπλα στὰ ζωγραφιστὰ ἀντίγραφά τους – γεγονὸς ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι φέρνουμε στὸ νοῦ μας τὴν πραγματικότητα κι ὄχι τὴν καλλιτεχνικὴ ἐπίφαση. Τὸ ζητούμενο πλέον εἶναι τὸ Ἀληθοφανές, ὄχι τ’ Ὡραῖο.

Ἀπ᾿ τὸ βιβλίο Φρ. Νίτσε, Διόνυσος κατὰ Ἐσταυρωμένου, Δοκίμια καὶ σημειωματάρια, 1869-73, μτφρ Βαγγέλης Δουβαλέρης, Επιμ. Ἦρκος Ρ. Ἀποστολίδης, Αθήνα, 2009, 81-3.