Νίτσε, Τὸ ἔργο τοῦ ἀρχαίου τραγικοῦ

Στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα, τὸ ἔργο τοῦ δραματουργοῦ ἦταν τὸ δυσκολώτερο δυνατό: τὸ νὰ διαλέγῃ κανεὶς ἐλεύθερα τὸ ὑλικό, ν’ ἀποφασίζῃ πόσους ἠθοποιοὺς θὰ χρησιμοποιήσῃ κ᾿ ἕνα σωρὸ ἄλλα ζητήματα —ὅπως συμβαίνει μὲ τούς θεατρικούς μας συγγραφεῖς— σ᾿ ἕναν τραγικὸ ποιητὴ τῆς ἀττικῆς περιόδου θὰ φάνταζε γι᾿ ἀπειθαρχία. Ὁ μεγαλοπρεπὴς νόμος ποὺ διαπνέει ὅλη τὴν ἀρχαιοελληνικὴ Τέχνη λέει ὅτι μόνο τὸ δυσκολώτερο ἔργο εἶν᾿ ἀντάξιο ἑνὸς ἐλεύθερου ἀνθρώπου. Ἔτσι, ἡ αὐθεντικότητα κ’ ἡ φήμη ἑνὸς εἰκαστικοῦ ἔργου ἐξαρτιόταν ἀπ᾿ τὴ δυσχέρια τῆς ἐπεξεργασίας, τὴ σκληρότητα τοῦ ὑλικοῦ. Τὰ κυριώτερα ἐμποδία, ποὺ κάνουν τὸ δρόμο πρὸς τὴν κορυφὴ στενὸ καὶ δύσβατο, ἦταν ὁ περιωρισμένος ἀριθμὸς τῶν ἠθοποιῶν, ἡ παρέμβαση τοῦ Χοροῦ, τὸ ὅριο τοῦ μυθικοῦ κύκλου, ἀλλὰ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ ἀρετὴ τοῦ πένταθλου: ὤφειλες νάσαι ἄξιος ποιητὴς καὶ μουσικός, ἄξιος στὴν ὄρχηση καὶ στὴ σκηνοθεσία, μὰ νάχῃς κ᾿ ὑποκριτικὸ ταλέντο!

ημιχόριο-αρχαίο-δράμα

Ημιχόριο

Ἀντίθετα, σήμερα, ἡ ἄγκυρα σωτηρίας τῶν δραματουργῶν μας εἶναι πάντοτε ὁ νεωτερισμός καί, συνεπῶς, τὸ ἐνδιαφέρον ὑλικὸ ποὺ ἐπιλέγουν γιὰ τὰ δράματά τους. Σκέφτονται σὰν τοὺς Ἰταλοὺς ἑρμηνευτές, οἱ ὁποῖοι διηγοῦνται μιὰ καινούργια ἱστορία, τὴ φτάνουν στὸ ἀποκορύφωμα, στὴν ὕψιστη κλιμάκωση τῆς ἀγωνίας, σίγουροι ὅτι κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ φύγῃ πρὶν τὸ τέλος. Γιὰ τοὺς Ἕλληνες τραγικοὺς ἦταν ἀνήκουστο νά «κρατᾷς» κάποιον ἀπ’ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς πλοκῆς: τὸ ὑλικὸ τῶν ἀριστουργημάτων τους ἦταν ἀπὸ παλιὰ γνωστὸ καὶ οἰκεῖο στοὺς θεατές, ἀπ᾿ τὴν παιδική τους ἡλικία, ὑπὸ τὴ μορφὴ ἔπους ἢ λυρικῆς ποίησης. Ἦταν ἀσφαλῶς ἄθλος νὰ κρατήσῃ κανεὶς ἀμείωτο τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ θεατῆ γιὰ ἕναν Ὀρέστη ἢ ἕναν Οἰδίποδα· ὅμως πόσο εἶχαν περιορίσει καὶ στενέψει τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ὁ δραματουργὸς ὤφειλε νὰ ξυπνήσῃ αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον! Ἐκεῖ, πάνω ἀπ’ ὅλα, δέσποζε ὁ Χορός, ποὺ γιὰ τοὺς ἀρχαίους ποιητὲς ἦταν ὅ,τι γιὰ τοὺς Γάλλους δραματουργοὺς τὰ πρόσωπα τῶν εὐγενῶν, τὰ ὁποῖα κάθονταν ἑκατέρωθεν τοῦ σκηνικοῦ, μετατρέποντας ὅλη τὴ σκηνὴ σ᾿ ἕναν πριγκιπικὸ προθάλαμο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὁ Γάλλος ὤφειλε νὰ μὴν ἀλλάξῃ τὸ διάκοσμο γιὰ χάρη ἀκριβῶς αὐτοῦ τοῦ περίεργου μὴ μετέχοντος κι ὡστόσο μετέχοντος «Χοροῦ» (σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον διαμόρφωνε ἐξ ἄλλου τὴ γλῶσσα καὶ τὶς κινήσεις ἐπὶ σκηνῆς) ἔτσι ἀκριβῶς ἀπαιτοῦσε κι ὁ ἀρχαῖος Χορὸς δημοσίᾳ τὴ δράση ―ὅλη τὴ δράση κάθε τραγωδίας!―, ἔξω, στὸν ἀνοιχτό χῶρο! Παράτολμη ἡ ἀξίωση αὐτή, μιὰ καὶ κάθε πράξη, καθώς κ᾿ ἡ προπαρασκευή της, δὲν ἐκτυλίσσεται μπροστὰ στὸ κοινό, ἀλλὰ τὶς περισσότερες γεννιέται φορὲς στήν ἀφάνεια.

Ὅλα ἐν δήμῳ, ὅλα στὸ ἄπλετο φῶς, ὅλα ἐνώπιον τοῦ Χοροῦ! – ἰδού ἡ τρομερὴ ἀξίωση. Ὄχι ὅτι τὴν εἶχε διατυπώσει ποτὲ κανεὶς ρητά, ὡς ἕναν αἰσθητικὸ φραγμό· ἀντιπροσώπευε ἕνα στάδιο στὴν ἀργὴ πορεία ἐξέλιξης τοῦ δράματος, καὶ τὴν τηροῦσαν πιστὰ σὰν ἀπὸ ἔνστικτο: ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει ἕν᾿ ἄξιο ἔργο γιὰ κάθε ἄξιο πνεῦμα. Εἶναι βεβαίως γνωστὸ ὅτι ἀρχικὰ ἡ τραγωδία δὲν ἦταν παρὰ ἕνα μεγάλο χορικὸ ᾆσμα: τὸ γεγονὸς αὐτὸ δίνει καὶ τὸ κλειδὶ γιὰ τὴ λύση τοῦ θαυμαστοῦ ἐκείνου προβλήματος. Ἡ κύρια καὶ συνολικὴ ἐπίδραση τῆς ἀρχαίας τραγωδίας στηριζόταν, στὴν ἀκμή της, πάντοτε στὸ Χορό: α ὐ τ ὸ ν ἔπρεπε κανεὶς νὰ λάβῃ πάνω ἀπ᾿ ὅλα ὑπόψη, κ᾿ ἐπουδενὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸν ἀγνοήσῃ. Σὲ τοῦτο τὸ στάδιο, περίπου ἀπ᾿ τὸν Αἰσχύλο ὣς τὸν Εὐριπίδη, ὁ Χορός εἶχε περιοριστῆ σὲ σημαντικὸ βαθμό, γιὰ νὰ προσδώσῃ ἀκριβῶς τὸ συνολικὸ χρωματισμό.

Ἀπ᾿ τὸ βιβλίο Φρ. Νίτσε, Διόνυσος κατὰ Ἐσταυρωμένου, Δοκίμια καὶ σημειωματάρια, 1869-73, μτφρ Βαγγέλης Δουβαλέρης, Επιμ. Ἦρκος Ρ. Ἀποστολίδης, Αθήνα, 2009, 14-6.