Σημείωμα του θεατρικού έργου «Σινιόρε Μακιαβέλλι… γελάστε!»

«Σινιόρε Μακιαβέλλι... γελάστε!» από πρόβες 17 imageΣτην πολύ ενδιαφέρουσα εισαγωγή του στη φιλοσοφία του Χάιντεγγερ ο George Steiner σημειώνει έναν εύστοχο παραλληλισμό μεταξύ του γερμανού στοχαστή και του Μακιαβέλλι: όπως για τον Μακιαβέλλι ακόμα δεν μπορούμε να μιλήσουμε καταληκτικά για τα κίνητρά του, πεντακόσια χρόνια μετά τη συγγραφή του Ἡγεμόνος, έτσι και για τον Χάιντεγγερ δεν μπορούμε ν᾿ αποφανθούμε για τη φύση της υποταγής του στο ναζιστικό περιβάλλον. Τα δυο παραδείγματα μας φέρνουν μπροστά στη σκληρή αλήθεια της ριζικής αντίφασης μεταξύ ηθικής και γνώσης, που, αν εξέλιπε, ίσως η ηθική πράξη δε θά ᾿πρεπε νά ᾿ναι τόσο τιμημένη και χιλιοτραγουδισμένη, όπως κ᾿ η γνώση τόσο ηδονική στην απόκτησή της. Η Αρετή, όπως αναφέρεται στους Αρχαίους και στο Μακιαβέλλι, είναι το εγκόσμιο κέντυμα αυτού του αντιφατικού δίδυμου.

Ακόμα, όμως, και χωρίς κάποια καταληκτική απάντηση είναι σκόπιμο και μεθοδικό να στοχαζόμαστε τ᾿ ατοπήματα των σημαντικών. Πάντα κρύβουν μέσα τους κάτι θεμελιώδες, μια κρυφή αλήθεια. Και στην περίπτωση του Μακιαβέλλι, τ᾿ ατόπημα δεν είναι δα και τόσο ολοφάνερο όσο στην περίπτωση του Χάιντεγγερ1. Ο Μακιαβέλλι, δικαίως ή αδίκως, πολλές φορές ταυτίστηκε με το διάολο στη σκέψη των ηθικολόγων όλων των εποχών και του μεγάλου πλήθους από τότε.

Εδώ, ας μου επιτραπεί, να καταγράψω μια βαθιά παρανόηση της κοινής λογικής, πόσο μάλλον, του φιλοσοφικού στοχασμού: αν κάτι κρύβει μέσα του ένα σφαλερό σημείο, βεβαίως κ᾿ είναι σφαλερό εν συνόλω, αλλά όχι επί μέρους. Το επί μέρους μπορούμε, όχι μόνο να το εμπιστευτούμε, μα και να το καταστήσουμε, μες από κατάλληλο κόσκινο, θεμέλιο μιας καινούριας οπτικής του κόσμου. Το επιχείρημα πως κάτι που χρησιμοποιήθηκε από κάποιον που παραστράτησε, αυτόχρημα θα κάνει και σένα να παραστρατήσεις, τραβηγμένο στην ακραία του μορφή δεν ειν᾿ άλλο απ᾿ τ᾿ ακόλουθο: «κάποιος αχρείος ξαπόστασε σ᾿ αυτήν εδώ την πέτρα, γι᾿ αυτό – πρόσεχε! – αν ξαποστάσεις κι εσύ εδώ, εξίσου αχρείος θά ᾿σαι». Μα η πέτρα έχει τόση συνεισφορά στην ιδιοσύσταση του αχρείου (αν είναι κιόλας αχρείος), όσο το τσεκούρι στην ιδιοσύσταση του εγκληματία.

Σ᾿ αντίθεση, βεβαίως, με το φιλήσυχο κ᾿ ειρηνικό, που υπακούει αμέσως στη «σοφή» παρέναιση, οι λογιών λογιών εκληματίες, όχι απαραίτητα του απλού ποινικού δικαίου, δεν έχουν κανένα ενδιασμό να χρησιμοποιήσουν το τσεκούρι ανεμπόδιστοι, κλαδεύοντας το φιλήσυχο, καθώς αυτός αποφάσισε «συνετότατα» να μην ξαποστάσει στην πέτρα. Ο φιλήσυχος, αργά ή γρήγορα, θ᾿ αντιληφθεί πως πρέπει να χορέψει με το διάβολο, δηλαδή εν τέλει να ξαποστάσει στην πέτρα και να ελέγξει το σταυροδρόμι, αν θέλει να φτάσει ασφαλής στο σπίτι του. Στο χέρι του είναι, ξαποσταίνοντας είτε να χαϊδέψει την πέτρα, είτε να την αρπάξει και να την πετάξει στο κεφάλι του συνανθρώπου του. Αλλά, έτσι, λόγου χάριν, αν κάποιος τρελός ή σαδιστής πετάξει την πέτρα ίσια στο κεφάλι ενός άλλου διαβάτη, επαναλαμβάνω πως η πέτρα ουδεμία ευθύνη έχει.

Στα πρακτικά ζητήματα της παρούσας προσπάθειας τώρα, αν και κάθε θεατρικό έργο οφείλει νά ᾿ναι κατανοητό ως προς το περιεχόμενο και τις επιδιώξεις του χωρίς κάποια περαιτέρω εξήγηση, οφείλω να θίξω κάποια σημεία.

Πρώτ᾿ απ᾿ όλα, το έργο αυτό το γέννησε μι᾿ ανάγκη δεμένη με τις καταστάσεις πού ᾿ζησε αυτός ο τόπος τα τελευταία τρία χρόνια (και προμηνύονταν, όμως, τουλάχιστον τα τελευταία είκοσι). Προσπαθεί κάτι να κλέψει απ᾿ τη λάμψη του πρωτογενούς κειμένου που στάθηκε η αφορμή κι ο οδηγός του, μα κατά βάση πρέπει νά ᾿ναι το καύσιμο υλικό για μια παράσταση που ζωντανεύει τη μεγάλη εικόνα των τελευταίων γεγονότων.

Το κείμενο είναι ένας διάλογος, ακόμα κι ας μη λέει λέξη ο γελωτοποιός στο Μακιαβέλλι. Ο γελωτοποιός γεννά και προάγει τις καταστάσεις που νοηματοδοτούν τα λόγια και τη στάση του Μακιαβέλλι. Ακολούθως, ως προς τον τίτλο, το κείμενο είναι κωμικοτραγωδία στο μέτρο που υφίσταται ο γελωτοποιός. Χωρίς το γελωτοποιό θά ᾿ταν καθαρά η τραγωδία της καταστροφής ενός πολιτισμού κ᾿ η τραγωδία του προφήτη της καταστροφής που κανείς δεν τον άκουσε, γιατί κι ο ίδιος δε βρήκε τον κατάλληλο τρόπο να μιλήσει. Πάντα μες στην τραγωδία ενός προσώπου κρύβεται κ᾿ η ελεύθερη βούλησή του, η ἁμαρτία του.

Επειδή ο Ἡγεμών, παρά τις αρετές του, είναι ένα αποτυχημένο κείμενο ως προς τη στενή του επιδίωξη (μέσω του Ἡγεμόνος ήθελε ο Μακιαβέλλι να βρει δουλειά ξανά ως διπλωμάτης, τώρα όμως υποταγμένος στο καινούριο ολιγαρχικό καθεστώτος των Μεδίκων), αυτόματα το τελικό κείμενο διέπεται από μια βαθιά ειρωνία.

Αυτά, μάλλον, αρκούν. Μόνο μια επισήμανση: το κείμενο δε γράφτηκε από επαγγελματία μελετητή του Μακιαβέλλι. Έτσι ο Μακιαβέλλι του κειμένου απέχει, εσκεμμένα, σε στιγμές αρκετά απ᾿ το ιστορικό πρόσωπο. Μ᾿ άλλα λόγια: η λύση του ιστορικού δράματος αποτυγχάνει. Το παρόν αποτελεί μια σύνθετη παραβολή της παρούσας κατάστασης. Πολλές φορές, ανατρέχοντας πίσω στην ιστορία, αντιλαμβανόμαστε καλύτερα τη σημερινή μας κατάσταση. Άλλωστε, αυτό δεν προσπαθούσε κι ο Μακιαβέλλι σ᾿ όλα τα ιστορικά του κείμενα; Σχολίαζε εδάφια του Λατίνου Τίτου Λίβιου κατανοώντας βαθύτερα τις πρωτόφαντες εκδηλώσεις της σύνθετης πολιτικής σκακιέρας της εποχής του κι έγραφε την Ιστορία της Φλωρεντίας ως όργανο σχεδίασης του μέλλοντος…

Αθήνα, Δεκέμβριος 2012

Θ. Α. Παπαδημητρόπουλος

  1. Άλλωστε ο Μακιαβέλλι, τουλάχιστον ως προς τη γενική καταγραφή, είχε δίκιο: η Ιταλία έπρεπε οπωσδήποτε να ενωθεί σ᾿ εθνικό κράτος. Επειδή δεν κατάφερε η Ιταλία να φτάσει σ᾿ αυτό το σημείο πολιτειακής εξέλιξης, το πλήρωσε τους επόμενους τέσσερις αιώνες με συνεχείς παλινωδίες. Απ᾿ την άλλη μεριά οι ναζιστικές φαντασιοκοπίες του μεγάλου στοχαστή Heidegger έφεραν μονάχα αποκαΐδια.