Brecht, Βίος του Γαλιλέι, Ο μονόλογος του μικρόσωμου μοναχού

[Ὁ μονόλογος ἀκολουθεῖ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ἔργου τοῦ Κοπέρνικου στὸν Κώδικα τῶν Απαγορευμένων Βιβλίων ἀπ’ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ μοναχός, πούναι καὶ φυσικός, ψάχνει νὰ δικιολογήσῃ τὴν ἀπόρριψη τοῦ κοπερνίκειου συστήματος ἀπ’ τὴν Ἱερὰ Ἐξέταση.]

Ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς μιλήσω γιὰ τὸν ἑαυτό μου… Εἶμαι γιὸς ἀγροτῶν στὴν Καμπανία – ἁπλοῖ ἄνθρωποι. Γνωρίζουν τὰ πάντα γύρω ἀπ’ τὸ ἐλαιόδεντρο ἀλλά, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα, λίγα. Καθὼς παρατηρῶ τὶς φάσεις τῆς Ἀφροδίτης, φέρνω μπροστά μου τὴν εἰκόνα τῶν γονιῶν καὶ τῆς ἀδερφῆς μου νὰ κάθωνται στὴ φωτιὰ καὶ νὰ τρῶνε λειωμένο τυρί. Βλέπω το δοκάρι πάνω τους, πούχει μαυρίσει ἀπ’ τὴν τσίκνα ἑκατονταετιῶν, καὶ μ’ ἐνάργεια παρατηρῶ τὰ ροζιασμένα χέρια τους καὶ τὸ κουταλάκι τους. Δέν τὰ πηγαίνουν καλά, ἀλλὰ μές στὴ δυστυχία τους ὑπάρχει μιὰ   ὑ φ έ ρ π ο υ σ α   τάξη. Εἶν’ οἱ κύκλοι τῶν ἐποχῶν: ἀπ’ τὸ καθάρισμα τοῦ χώματος στὸ χωράφι μὲ τὶς ἐλιὲς ὥς τὴν πληρωμὴ τῶν φόρων. Ὅποια συμφορὰ τοὺς χτυπάει, ἐπαναλαμβάνεται μὲ μιὰν ὀμαλὴ περιοδικότητα. Ἡ πλάτη τοῦ πατέρα μου δὲ φορτώνεται   μ ι ὰ   μόνο φορά, μὰ κάθ’ ἀρχὴ τοῦ χρόνου, στὸ χωράφι μὲ τὶς ἐλιές, κ᾿ οἱ γέννες, ποὺ στερεύουν ὅλο καὶ περσότερο τὴ μητέρα μου, ἀκολουθοῦν σ’ ἀκριβῆ χρονικὰ διαστήματα ἡ μία τὴν ἄλλη. Μαζεύουν δύναμη κι ἀνεβαίνουν μὲ γεμᾶτα τὰ καλάθια τους τὰ βραχώδη μονοπάτια, γεννοῦν παιδιά, τρῶνε καλά-καλὰ λόγῳ μιᾶς αἴσθησης συνέχειας κι ἀναγκαιότητας: ἡ ὄψη τῆς ἀνθισμένης γῆς, τῆς μικρῆς ἐκκλησίας και τ’ ἄκουσμα τῶν ἐδαφίων τῆς Βίβλου κάθε Κυριακὴ θὰ τοὺς  ἀ π ο ζ η μ ι ώ σ ο υ ν.  Τους τόχει ἐγγυηθῆ τὸ θεῖο βλέμμα ποὺ πέφτει πάνω τους διερευνητικό – σχεδὸν ἀγωνιῶδες… Τοὺς ἔχει ἐγγυηθῆ ὅτι τὸ θέατρο τοῦ κόσμου στήθηκε γύρω ἀπὸ κείνους, γιὰ νὰ ἐπαληθεύουν ὡς υποκριτὲς τοὺς μικροὺς ἢ μεγάλους ρόλους τους.* Τί θάλεγαν οἱ δικοί μου, ἂν ἄκουγαν ἀπὸ μένα πὼς βρίσκονται πάνω σ’ ἕνα μικρὸ ἀστράκι ποὺ ἀενάως γυρνάει στὸν κενὸ χῶρο γύρω ἀπόνα ἄλλο ἄστρο, ἕνα ἐκ τῶν πολλῶν – σχεδὸν ἀσήμαντο! Πρὸς τί τέτοια ὑπομονή, τέτοιος συμβιβασμὸς μὲ τὴ φτώχια τους σὰν καλὴ ἢ ἀναγκαία; Γιατί εἶναι καλὴ ἀκόμα κ᾿ ἡ Ἁγία Γραφή ποὺ τὰ ἐξηγεῖ ὅλα: τὸν ἱδρῶτα, τὴν ὑπομονή,τὴν πείνα, τὴ δουλοπρέπεια, καὶ τὰ δικαιολογεῖ ὡς ἀναγκαῖα, ἐφόσον τώρα εἶναι γεμάτη πλάνες;.. Ὄχι, βλέπω  τ ρ ο μ α γ μ έ ν η   τὴ ματιά τους καὶ τὰ κουτάλια τους παρατημένα στὴν κατσαρόλα. Βλέπω πόσο προδομένοι κι ἀπατημένοι νοιώθουν. Λένε: «Κανένα βλέμμα δὲ μᾶς προσέχει.» Πρέπει νὰ κοιτᾶμε οἱ ἴδιοι τοὺς ἑαυτούς μας, ἀμόρφωτους, γέρους κι ἀναλωμένους ὅπως εἴμαστε;.. Κανείς δὲ σκέφτηκε ἕνα ρόλο γιὰ μᾶς ἐκτὸς ἀπὸ τοῦτον τὸν ἐπίγειο καὶ σιχαμερό σ’ αὐτὸ τὸ τόσο δὰ ἀστράκι, ποὺ οὔτε κἂν αὔταρκες εἶναι καὶ τίποτα δὲ γυρνάει γύρω του; Κανένα νόημα δὲν κρύβεται στὴ φτώχια μας – ἡ πείνα εἶναι μόνο νὰ μήν ἔχῃς φάει, κι ὄχι κάποια δοκιμασία δύναμης;.. Ἡ προσπάθεια εἶναι ἁπλᾶ σκύψιμο καὶ κουβάλημα, καμμιά ὑπηρεσία!» Καταλαβαίνετε πὼς στὴν ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Ἐπιτροπῆς διαβάζω μιὰν εὐγενικὴ μητρικὴ συμπόνια – μιὰν ψυχικὴ καλοσύνη;..

* Προσφιλὴς παρομοίωση τοῦ σύμπαντος τὴν ἐποχή τοῦ μπαρόκ: ὁ Θεός εἶν’ ὁ δραματικὸς ποιητής, κάθ’ ἄνθρωπος ἠθοποιὸς ποὺ παίζει τὸ ρόλο τῆς ζωῆς του κι ὁ κόσμος ὁλόκληρος μιὰ σκηνή. Ὁ κλασσικιστὴς Ἱσπανὸς δραματουργὸς Pedro Calderón (1600-81) ἔγραψε τὸ 1635 τὸ θρησκευτικὸ δρᾶμα El grand teatro del mundo (μτφρ Τὸ μεγάλο θέατρο τοῦ κόσμου).

[Ἀπ’ τὴν ὄγδοη εἰκόνα τοῦ Βίου τοῦ Γαλιλέι τοῦ Bertolt Brecht· μτφρ-σχόλια Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος.]

Flammarion.jpg
Flammarion” by Anonymous – Camille Flammarion, L’Atmosphere: Météorologie Populaire (Paris, 1888), pp. 163. Licensed under Public domain via Wikimedia Commons.