ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

«Άρχοντα Καίσαρα Βοργία…» Απ’ το «Σινιόρε Μακιαβέλλι,.. γελάστε!»

Σᾶς θαυμάζω, ἄρχοντα Καίσαρα Βοργία!

Ἂν καὶ γέννημα τῆς Τύχης, φανήκατε σωστότερος στὴ διαχείριση τῆς ἐξουσίας κι ἀπὸ ἡγεμόνες ποὺ την κληρονόμησαν. Εἶστε τὸ π ρ ό τ υ π ο τοῦ ἡγεμόνα. Φερθήκατε κάτι παραπάνω ἀπὸ μυαλωμένα: φερθήκατε ἀ δ ί σ τ α κ τ α. Θάχετε πάντα μιὰν ἐξέχουσα θέση στὰ βιβλία τῆς Ἱστορίας! Κι ἂν ἀκόμα μνημονεύεστε σὰν τέρας ἀνηθικότητας καὶ πανουργίας, θὰ σᾶς θυμοῦναι κι ὡς ἐκεῖνον ποὺ ξεγέλασε τὸ βασιλιὰ τῆς Γαλλίας, σὰν ἦρθε στὴν Ἰταλία μὲ στρατὸ μεγάλο καὶ ταμεῖα γ ε μ ά τ α ὑποσχέσεις!

Ἄρχοντα Καίσαρα, δέ λυπᾶμαι ποὺ Σᾶς ἀντικρύζω νὰ σαπίζετε στὸ μνῆμα Σας καὶ τὰ σκουλήκια νὰ χορεύουν πάνω στὸ ἀποκαμωμένο Σας απ᾿ τὴν ἀρρώστια σῶμα. Ἐσεῖς πιὰ γίνατε ἰ δ έ α· ἔστω: ἡ ἰδέα τῆς ἔσχατης πανουργίας, μὰ ἰδέα παραταῦτα! Τ᾿ ὄνομά Σας ἔγινε φάρος φωτεινὸς γιὰ κάθε ἡγεμόνα. Φτειάξατε δικό Σας στρατό, δὲ δώσατε τὴν ἐμπιστοσύνη σας σὲ κανέναν καὶ δὲ διστάσατε… νὰ κατακρεουργήσετε στὸ μέσο τῆς πόλης τὸν πρῶτο μισθοφόρο Σας, ὅταν καταλάβατε πὼς ἔτσι θὰ ἠρεμήσῃ τὸ πλῆθος.

Ἄρχοντα Καίσαρα, τ ρ ό μ α ξ α μπρὸς στὴν ἀποφασιστικότητα καὶ τὸ κουράγιο Σας. Θὰ Σᾶς ἐξυμνῶ… π ά ν τ α!

Cesare Borgia, Duke of Valentinois.jpg

Πρὶν ἀπ᾿ τὸ τέλος, ὅμως, κάνατε ἕνα μοιραῖο λάθος. Δεχθήκατε ν᾿ ἀνέβῃ στὸ θρόνο τοῦ πεθαμένου πατέρα Σας –τοῦ πάπα!– ἕνας πούχατ᾿ ἀδικήσει. Πιστέψατε πὼς θὰ ξεχάσῃ τὴν παλιὰ ἀδικία μὲ τὴν καινούργια Σας ἐξυπηρέτηση… Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζετε ὅτι οἱ μεγάλοι εἶν᾿ ἐκδικητικοί. Κι ὁ πᾶπας Ἰούλιος ὁ Β΄, ποὺ στὰ χρόνια του ὁ Μιχαήλ Άγγελος θὰ συλλάμβανε καὶ θὲ ἐκτελούσε τόσα θαυμαστὰ ἔργα –ὁ «πᾶπας πολεμιστής» ὅπως τόνε λέγανε– δέ μπορούσε παρὰ νάναι ἰδιαίτερα ἐκδικητικός.

Ἄρχοντα Καίσαρα, ἀδράξατε τὴν τύχη Σας, ὅσο κείνη Σᾶς ἔδειχνε τὸ καλό της πρόσωπο, μ᾿ ἀριστοτεχνικὸ τρόπο. Μά, σὰν πέθανε ὁ πατέρας Σας κ᾿ Ἐσεῖς χτυπηθήκατε ἀπ᾿ ἀρρώστια βαριά, δὲν ἔπρεπε νὰ πιστέψετε πὼς οἱ ἄνθρωποι ξεχνᾶνε τὸ κακὸ ποὺ τοὺς ἔγινε. Κανείς δὲν ξεχνάει – οὔτε ἄρχοντας, οὔτ᾿ ἁπλὸς πολίτης. Ὅλοι θυμοῦνται καὶ περιμένουν τὴ σ τ ι γ μ ή!

σινιόρε-μακιαβέλλι-καίσαρας-βοργίας

Μαρία Μαρή, Παρουσίαση «Αυτός που γύρευα είμαι!..» Διορθώσεις, τ. 35

Λακωνικὸν

Ὁ καημὸς τοῦ θανάτου τόσο μὲ πυρπόλησε,
ποὺ ἡ λάμψη μου ἐπέστρεψε στὸν ἥλιο.
Κεῖνος μὲ πέμπει τώρα
μέσα στὴν τέλεια σύνταξη τῆς πέτρας καὶ τοῦ αἰθέρος

-λοιπόν, αὐτός ποὺ γύρευα ε ἶ μ α ι!..

Ὦ λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,
χειμῶνα ἐλάχιστε, ἡ ζωή καταβάλλει
τὸν ὀβολό τοῦ φύλλου τῆς ἐλιᾶς
καὶ στὴ νύχτα μέσα τῶν ἀφρόνων
μ’ ἕνα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι
τὸ νόμιμο τοῦ ἀνέλπιστου.

Ἡ φράση αὐτὴ λέγεται ὅτι συνεχίζει τὴ δελφικὴ ἐντολὴ καὶ σημαίνει τὴ συνεχὴ ἀναζήτηση τοῦ ποιητῆ γιὰ τὴν ἀνεύρεση τοῦ Ἑαυτοῦ. Ἂν ὑπολογίσουμε καὶ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Ἐλύτη ἀπ’ τὸν ὑπαρξισμό, βλέπουμε τὴν ὑπαρξιακὴ ἀνησυχία ποὺ ταλαιπωρεῖ τὸν ἄνθρωπο σ’ ὅλη του τὴ ζωή.

Ὁ Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος, ἕνας νέος ταλαντοῦχος, μορφωμένος, γνώστης τοῦ θεάτρου, μὲ παρόμοια ἀνησυχία, κοινωνὸς τῆς ποίησης καὶ τῆς γοητείας τῆς γλώσσας καί, κυρίως τῆς ἐκφορᾶς της, με-ταφραστὴς τοῦ Ἴψεν, ἔχτισε μιὰ παράσταση μὲ τὸ ἀρχικὸ ἐρώτημα τοῦ Πέερ Γκύντ: «Τί σημαίνει, ἐντέλει, νὰ εἶσαι ὁ ἑαυτός σου;». Μὲ στόχο τὴν ἀπάντηση τοῦ Κουμποχύτη: «Γιὰ νὰ εἶσαι ὁ ἑαυτός σου, πρέπει νὰ τὸν σφάξῃς».

Δόμησε ἔντεχνα ἕναν προβληματισμὸ καὶ μιὰ παράσταση σὲ σκηνοθεσία δική του, γιὰ τρεῖς φωνὲς κ’ ἕνα πιάνο. Τὸ ὅλο ἔλαβε χώρα στὶς 19,20΄ στὶς 21 Ἰουνίου 2014, στὸ θέατρο Βικτώρια, τῆς ὁδοῦ Μαγνησίας, στὴν πλατεῖα Βικτωρίας.

Τὸ ἔργο εἶναι μιὰ χειροτεχνία, ἕνα κολλὰζ ποιημάτων, ἀνθολογημένων ἀπὸ τὸν Ἡρακλῆ Ν. Ἀποστολίδη, τὸ γιό του Ρένο καὶ τοὺς ἀπόγονους Ἧρκο καὶ Στάντη, μ’ ἐμβόλιμα ποιήματα μαθητῶν τοῦ Ρένου, ὅπως τοῦ μαθητή του Δήμου Μούτση ἀλλὰ καὶ τοῦ τώρα ὑπεύθυνου ἀρχισυντάκτη τῶν Διορθώσεων, Κώστα Μάστρακα.

Ἦταν μιὰ μοναδικὴ εὐκαιρία ν’ ἀκουστῇ θεατρικὰ ἡ ἑλληνικὴ, κι ὄχι μόνο, ποίηση.

Ἡ παράσταση ξεκινᾶ μὲ τὸ τραγούδι τοῦ Δήμου Μούτση:

Βρέθηκα σὲ κύκλο σκοτεινό,
στ᾿ ὄνειρο ποὺ εἶδα χτὲς τὸ βράδυ
κ᾿ ἤμουνα ἀπ᾿ τὴ μιὰ τοῦ κύκλου ἐγὼ
κ᾿ ἐγὼ ἀπὸ τὴν άλλη.

Μιὰ εἰσαγωγὴ τοῦ θεατῆ στὴν ψηλάφηση τοῦ ἀγῶνα τῆς ταυτότητας τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς, μέχρι τὸ θάνατό του. Ἀκολουθοῦν στίχοι ἀπὸ τὸ τάνκα τοῦ Ἀριγουάρα Νὸ Ναριχίρα, Αὐτό εἶναι σίγουρα τὸ φεγγάρι… γιὰ ν’ ἀκουστοῦν οἱ στίχοι τοῦ Ἀλέξανδρου Μπάρα, ἀπ᾿ τὸν Λέοντα ἀφρικανικὸ καὶ μετὰ τοῦ Λεωνίδα Ζενάκου, πιὸ κάτω τοῦ Πινδάρου, ἀπ᾿ τὸν Καραγκιόζη τὸ Μέγα τοῦ Φώτου Πολίτη κι ἀπ᾿ Τὸ γνῶθι τοῦ Κωνσταντίνου Μάστρακα.

Τὸ γνῶθι ἀνήκει σ᾿ αὐτόν.
Κ᾿ ἐμεῖς μπερδευτήκαμε
καὶ νομίζουμε γι᾿ ἀρετή
– κατακτητέα –
τὸ γνῶθι σαυτόν.

Αὐτοὶ οἱ στίχοι ἔδωσαν φῶς στὰ λόγια τοῦ Ἡράκλειτου καὶ τοῦ Γκαῖτε γιὰ νὰ ἐπανέλθουμε στὸν Ἕλληνα ποιητὴ μὲ τὴν Εὐθύνη τοῦ Χρίστου Τρύφωνα καὶ τὴ Θάλασσα τοῦ Καρυωτάκη, ὥστε ν’ ἀκουστῇ τὸ σπαραχτικό:

Ἄξιος ἐκρίθην
μὰ δὲν ἀπεκρίθην!
Ποιοί, ἀλήθεια, μ᾿ ἔκριναν,
μ᾿ ἐνέκριναν,
μ᾿ ἐνέκρωναν;

ἀπ᾿ τὸ Κρῖμα! τοῦ Κωνσταντίνου Μάστρακα καθὼς καὶ τὸ

Ὦ ἑαυτέ!, ὦ ζωή!,
μὲ τὰ ἐρωτήματα ποὺ ὁλοένα ἐπιστρέ-φουν, μὲ τὸ

Ἐγὼ ποὺ τὸ Ἐ γ ὼ κατηγορεῖ.
Ποιό τὸ μέγα καλὸ σ᾿ ὅλ᾿ αὐτά,
ὦ ἑαυτέ, ὦ ζωή;

ἀπ᾿ τὸ Ὤ, Ἑαυτέ! Ὤ, ζωή! τοῦ Walt Whitman, μετάφραση Βαγγέλη Δουβαλέρη, καὶ τοῦ Τίτου Πατρίκιου

Ἡ σάρκα μου
πάντα πονάει στὰ χτυπήματα –
πάντοτε χαίρεται στὰ χάδια.
Ἀκόμα τίποτα δὲν ἔμαθε!

γιὰ νὰ συνεχίσῃ μὲ ποίηση τοῦ Γιώργου Σαραντάρη καὶ τῆς Emily Dickinson.

Ἡ δεύτερη φωνὴ παίζει κάποιο σκοπὸ στὴ φυσαρμόνικα, ἐνῶ ἀκούγεται ἀπὸ τὴν πρώτη φωνή, ὁ Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος νὰ ἔχῃ βυθιστῆ μέσα στὸ πιάνο γιὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ ἀπ᾿ τό: Ἕνας ψαλμὸς αἱμόφυρτος τοῦ Στέλιου Γεράνη.

Εἶναι ὁ καθένας μας κλειστός
– νησὶ ὁλομόναχο
στὸν ἴδιο ὠκεανό του!

καὶ νὰ συνεχίσῃ μὲ Ὀδυσσέα Ἐλύτη καὶ Ἰάσωνα Ἰωαννίδη. Πάντα, κάθε τόσο, ὁ Πέερ Γκὺντ συντονίζει.

Ἀκολουθεῖ ἡ ποίηση τοῦ Κώστα Σοφιανοῦ, μὲ τὸ Καρτεσιανό:

Ἂν κατέβω στὸν ἑαυτό μου -θὰ χαθῶ
ἂν ἀνέβω στὸν ἑαυτό μου -θὰ πέσω
γι᾿ αὐτό στριμώχνομαι ὅπως-ὅπως
σ᾿ α ὐ τ ό -ποὺ λὲν σ υ ν ε ί δ η σ η
κ’ ἔτσι – σκεπτόμενος – ὑπάρχω.

καὶ δίνει τὴ σκυτάλη στὸ Μίλτο Σαχτούρη, γιὰ ν’ ἀκουστῇ τὸ καθαρτικό ἀπ᾿ τὸ Χωρὶς ἐνοχὴ τοῦ Κωνσταντίνου Μάστρακα:

Καὶ γίνομαι, ἐγώ, ἐν τέλει,
τοῦ ἑαυτοῦ μου δολοφόνος!

ποὺ καταλήγει στὴν ἥρεμη ἀποδοχὴ τῆς Πόλης τοῦ Κωνσταντίνου Καβάφη:

Ἔτσι ποὺ τὴ ζωή σου ρήμαξες ἐδῶ,
στὴν κόχη τούτη τὴ μικρή, σ᾿ ὅλη τὴ γῆ
τὴ χάλασες.

Ἡ ἐπώδυνη διαδρομὴ συνεχίζεται μὲ ποίηση τῆς Ὀλυμπίας Καράγιωργα, τοῦ Τάκη Σινόπουλου, καὶ τοῦ Νίκου Καρούζου, γιὰ ν’ ἀπογειωθῇ μὲ τὶς Μάσκες τοῦ Κώστα Οὐράνη:

Γιὰ νάμαι εὐχάριστος σὲ ὅλους,
κι ἀκόμα καὶ στὸν ἑαυτό μου,
ἔκρυψα πάντοτε μὲ μάσκες
που ἀρέσουνε τὸ πρόσωπό μου·

κι ἄλλαξα τόσες στὴ ζωή μου,
ποὺ τώρα πιὰ νὰ μή μπορῶ
τ᾿ ἀληθινό τὸ πρόσωπό μου
νὰ πῶ ποιό εἶναι μήτ᾿ ἐγώ!

Ἔτσι ὁ θάνατος, σὰ θάρθῃ
δὲ θάναι ἡ στέρηση μεγάλη·
θ᾿ ἀφήσω μιὰν ἀνυπαρξία
γιὰ νὰ περάσω σὲ μιὰν ἄλλη.

Λόγια ποὺ θὰ ἔρθουν νὰ ἐπικυρώσουν τοὺς στίχους τοῦ Νίκου Μοσχοβάκου, καὶ βέβαια ὁ ἐμπαιγμὸς τοῦ Πενθέα ἀπό τὸ Διόνυσο στὶς Βάκχες, αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση ταυτότητας καὶ φύλου, ὅπως προ-κύπτει ἀπ’ τὸ μεγάλο τραγικό, σὲ μιὰ ἐλλειπτική, πολλὰ ὑποσχόμενη, σκηνή.

Ἕνα μικρόφωνο μέσα ἀπὸ τὸ πιάνο, δίνει τὴν εὐκαιρία γιὰ τὴν ἀκριβὴ σημασία τῆς λέξης προσωπικότητα, κατὰ Κωνσταντῖνο Μάστρακα, ἀπὸ μιὰ Συνέντευξη, ποὺ ἀναπαράγεται:

– Πῶς νοεῖτε τὸν ὅρο προσωπικότητα;:
– Πρῶτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὸ πρόσωπο
καὶ τὴν ὅλη μορφὴ τοῦ σώματος,
τὸ βάδισμα,
τὸν τρόπο.
Ἔπειτα τὶς πνευματικὲς θέσεις,
τὶς συναισθηματικὲς τάσεις
καὶ τὶς βασικὲς καὶ τελικὲς ροπές.
Τέλος τὴν καθημερνὴ πράξη
καὶ τὸν ἄγνωστο παράγοντα
ποὺ ἐνεργοποιεῖται
σὲ στιγμὲς κρίσης.

Καὶ πρὶν καταλήξῃ στὸ Λακωνικὸν τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη ἀκούγεται τὸ συγκλονιστικὸ ποίημα τοῦ Κώστα Καρυωτάκη

Εἴμαστε…

Εἴμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες
κιθάρες… Ὁ ἄνεμος, ὅταν περνάῃ,
στίχους, ἤχους παράφωνους ξυπνάει
στὶς χορδές, ποὺ κρέμονται σὰν καδένες…[]

Εἴμαστε κάτι διάχυτες αἰσθήσεις,
χωρίς ἐλπίδα νὰ συγκεντρωθοῦμε…
Στὰ νεῦρα μας μπερδεύεται ὅλη ἡ φύσις,

στὸ σῶμα, στὴν ἐνθύμηση πονοῦμε,
μᾶς διώχνουνε τὰ πράγματα –

κ’ ἡ ποίησις εἶναι τὸ καταφύγιο ποὺ φθονοῦμε.

καθὼς καὶ ποίηση τοῦ Γιώργου Θέμελη καὶ τοῦ Κρίτωνα Ἀθανασούλη.

Τὸ πιάνο, σ’ ὅλη αὐτὴ τὴ διαδρομή, ὑπαινίσσεται τὴ βροχή, τοὺς ἀέρηδες, παίζει Chopin, Franz Schubert, βγάζει κραυγές, Johann Strauss. Ἀκούγεται τὸ Radetzky Marsch καὶ τὸ Νανούρισμα τοῦ Brahms. Θὰ πρόσθετα, ὡστόσο, ὅτι ἀκόμα κ’ ἡ σιγὴ τοῦ πιάνου εἶχε ἕναν σχολιαστικὸ χαρακτῆρα.

Οἱ ἠθοποιοὶ ἐμφανίζονταν ἀπὸ διαφορετικὲς γωνιὲς τοῦ μικροῦ φουαγιέ. Ἔτσι ἀπαιτούνταν ἀπὸ τὸ θεατὴ ἡ ἀναζήτηση στὸ χῶρο, ἀναζήτηση τῆς φωνῆς, τοῦ προσώπου τοῦ ἠθοποιοῦ, τῆς ταυτότητας, ἐνῶ τὸ πιάνο σχολίαζε τὸ δρώμενο καὶ λειτούργησε καὶ σὰν σκηνικὸ στὸν ἐγκλεισμὸ τοῦ ποιήματος τοῦ Στ. Γεράνη καί, θάλεγα, μιὰ ἰσχυρὴ τέταρτη φωνή.

Ἡ ἐπιλογὴ τῶν κειμένων κ’ ἡ σκηνοθεσία, δείχνουν εὐαισθησία κ’ εὐφάνταστη σύλληψη. Τὰ χέρια μὲ τὰ λευκὰ γάντια ποὺ παίζουν τὸ ὀργανάκι στὴν πλάτη τῆς πιανίστα, ἡ ἀναζήτηση, μέσα στὸ ἠχεῖο τοῦ πιάνου, ἡ σκηνὴ μὲ τὸν Πενθέα κ’ ἐκείνη τῆς Συνέντευξης μὲ τὴ διπλὴ ἐπανάληψη τῆς προσωπικότητας, τῆς ταυτότητας, τελικὰ τοῦ ἑαυτοῦ.

Τὸ δρώμενο ἦταν μιὰ ὑπέροχη εὐκαιρία ν’ ἀπολαύσῃ ὁ θεατὴς τὴν ποίηση, νὰ εὐαισθητοποιηθῇ ἀπέναντι στὸν ἄγονο, πολλὲς φορές, ἀγώνα τῆς ἀναζήτησης τῆς ταυτότητας, ποὺ ὅμως ἔχει ἐπιβληθῆ στὸν ἄνθρωπο σὰ μοναδικὴ θάλεγα ἀποστολή.

Ἐπίσης ἦταν μιὰ ἀποκάλυψη ταλέντων, ποὺ περιμένω ν’ ἀναμετρηθοῦν μὲ τὰ θεατρικὰ κείμενα καὶ ν’ ἀναδείξουν τὸ μέγεθός τους.

magritte-double-secret

Rene Magritte. Τὸ διπλὸ μυστικό. 1927.

Κιθαιρώνα, γιατί με δέχτηκες;..

Ἰὼ Κιθαιρών, τί μ’ ἐδέχου; Τί μ’ οὐ λαβὼν
ἔκτεινας εὐθύς, ὡς ἔδειξα μήποτε
ἐμαυτὸν ἀνθρώποισιν ἔνθεν ἦ γεγώς;
(Σοφοκλέους Οἰδίπους Τύραννος, Ἔξοδος, στ. 1391-3)

Μτφρ:
Ἆ, Κιθαιρώνα, γιατί μὲ δέχτηκες; Σὰ μ’ ἔδωσαν σ’ ἐσὲ
γιατί δὲ μὲ σκότωσες ε ὐ θ ύ ς – ποτέ νὰ μὴν ἀποκαλύψω
τὴ γενιά μου ὁ ἴ δ ι ο ς στοὺς ἀνθρώπους;..

[Ἀπ’ τὴν εργασία πάνω στὸ μῦθο τοῦ Οἰδίποδα καὶ τὸ τοπίο τοῦ Κιθαιρώνα.]

αποψη-κορυφή-Κιθαιρώνα

Ἄποψη ἀπ’ τὴν κορφὴ τοῦ Κιθαιρώνα.

Τί ειν’ αυτό;..

Τί εἶν’ αὐτὸ ποὺ μέσα μου
ὅλα τὰ συναπαντᾷ
–ὅπου κι ὁποτεδήποτε–
καὶ δικά μου μὲ κάνει νὰ τὰ νοιώθω;..

[Ἀπ’ τό: Τόποι κ’ ἐποχές… τοῦ Walt Whitman (μτφρ Βαγγέλης Δουβαλέρης, Διορθώσεις, τ. 35, Σεπτέμβριος-Ὀκτώβριος 2014) γιὰ τὴ δραματουργία τῆς ἑπόμενής μας παράστασης.]

Walt Whitman - George Collins Cox.jpg
Walt Whitman – George Collins Cox” by George C. Cox (1851–1903, photo)
Adam Cuerden (1979-, restoration) – This image is available from the United States Library of Congress‘s Prints and Photographs division under the digital ID ppmsca.07549.

Τ’ αστροκέντητο φόρεμα της Νύχτας…

Κοιμίσου, ὄμορφή μου, κι ὀνειρέψου
πὼς σ’ ἔχω σφιχταγκαλιάσει
καὶ τ ρ έ χ ω μπρός ἀπ’ τ’ ἅρμα τοῦ Ἥλιου
γιὰ νὰ μείνουμε κρυμμένοι κι ἄλλο
στ’ ἀστροκέντητο φόρεμα τῆς Νύχτας.

[Τοῦ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου· ἀπ’ τὴ δραματουργία τῆς ἑπόμενής μας παράστασης.]