ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Κωνσταντίνος Μάστρακας, Η συνέντευξη

Πῶς νοεῖτε
τὸν ὅρο προσωπικότητα;

Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα τὸ πρόσωπo
καὶ τὴν ὅλη μορφὴ τοῦ σώματος,
τὸ βάδισμα,
τὸν τρόπο.
Ἔπειτα τὶς πνευματικὲς θέσεις,
τὶς συναισθηματικὲς τάσεις
καὶ τὶς βασικὲς καὶ τελικὲς ροπές.
Τέλος τὴν καθημερνὴ πράξη
καὶ τὸν ἄγνωστο παράγοντα
ποὺ ἐνεργοποιεῖται
σὲ στιγμὲς κρίσης.

 

[Ἀπ’ τὴ δραματουργία τῆς ἑπόμενής μας παράστασης.]

Περί του «Πέερ Γκύντ»

Μολονότι ὁ Ἴψεν ἔγινε γνωστὸς στὴν Εὐρώπη τοῦ 19ου αἰώνα μὲ τοὺς λεπτοδουλεμένους διαλόγους καὶ τὶς ἀριστοτεχνικὲς κορυφώσεις στὴν πλοκὴ τῶν ρεαλιστικῶν του δραμάτων –δηλαδὴ τὴν καθαρὰ θεατρική του ἀρματωσιά–, τ’ ὅλο ἔργο του δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ ζῇ καὶ ν’ ἀναπνέῃ ἀπ’ τὴν ποιητική του φλέβα. Κι ὁ Πέερ Γκὺντ εἶν’ ἡ πεμπτουσία τῆς ἰψενικῆς ποίησης ὡς πρὸς τὴ μορφή, τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ εὖρος της.

Στὸ προηγούμενο ἔργο, τὸν Μπράντ, τὸν ἕτερο ἄξονα τῶν ποιητικῶν του δραμάτων, ζωντάνεψε μιὰν ἀλύγιστη βούληση κάνοντας δραματικὸ πρόσωπο τὴν ἀ τ ο μ ι κ ὴ   σ υ ν ε ί δ η σ η. Ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τοῦ Μπρὰντ εἶναι μιὰ πύκνωση ποὺ μοιραῖα ὁδηγεῖται σ’ ἐκρήξεις καταστροφικὲς συμπαρασύροντας κάθετί γύρω της μιὰν ὥρα ἀρχύτερα πρὸς τὸ σκληρὸ θεὸ τοῦ φανατικοῦ ἱερέα. Ὁ Πέερ, ἀντίθετα, εἶν’ ἕνα «κρεμμύδι» – σχεδὸν μιὰ καρικατούρα τῆς ἀτομικότητας. Κάθε φλούδι του εἶναι κ’ ἕνας μανδύας πούχει φορέσει, γιὰ ν’ ἀδράξῃ τὴ στιγμή. Ὁ πυρήνας του: ἀνύπαρκτος. Ὁ ἥρωας, στὶς τέσσερεις πρῶτες πράξεις, προσθέτει κι ἀπὸ μιὰ φλούδα. Νομίζει πὼς ἔτσι ὁλοκληρώνεται. Γιὰ τὸν Πέερ, ὁ ἑαυτός του πρέπει ν’ ἁπλώνεται ὅλο καὶ περσότερο. Μονάχα ἔτσι θὰ γίνῃ «α ὐ τ ο κ ρ ά τ ω ρ   τ ο ῦ   Ἑ α υ τ ο ῦ» καὶ θὰ δαμάσῃ «τ ὰ   σ τ ο ι χ ε ι ὰ   τ ῆ ς   ψ υ χ ῆ ς   τ ο υ».

Ἡ μορφὴ τοῦ ἔργου ἔρχεται νὰ δώσῃ τὸ χαρακτῆρα τοῦ Πέερ. Ξεκινάει ἀπόνα ρεαλιστικό, ταπεινὸ περιβάλλον τῆς νορβηγικῆς ὑπαίθρου καὶ σιγά-σιγὰ ἀπογειώνεται σὲ μιὰν ἄνευ προηγουμένου φαντασμαγορία. Λίγα ἔργα, μὲ πρῶτο τὸ δεύτερο μέρος τοῦ Φάουστ, καταφέρνουν νὰ ὑποτάξουν τόσα ἑτερόκλητα στοιχεῖα σὲ μιὰ πραγματικὴ ἑνότητα. Τί προφῆτες, τί τρελλοκομεῖα, τί τρόλλ, μάγισσες καὶ ξωτικά: ὅλα τὰ λειώνῃ ὁ Ἴψεν καὶ τὰ ξαναστιλβώνει σ’ ἕνα ἀγέρωχο ὅλον, ὄντας «κ ο υ μ π ο χ ύ τ η ς» κι «Ἀ φ έ ν τ η ς» μαζί. Τὸ ἔργο δὲ δανείζεται ἁπλᾶ τ’ ὄνομα τοῦ κεντρικοῦ προσώπου. Ὅλο μαζὶ ε ἶ ν α ι ὁ Πέερ. Μ’ ἕναν «αὐτοκρατορικὸ ἰμπεριαλισμό» ἁπλώνεται σὲ μορφὲς καὶ καταστάσεις τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ περιγράψῃ τὶς περιπλανήσεις τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, ποὺ ρωτάει τραγικὰ κι ἀκατάπαυστα τί σημαίνει «νάσαι ὁ ἑαυτός σου». Κι ὅπως ὁ Πέερ, ποὺ ἀντὶ νὰ προχωρήσῃ ὁλόισια, κάνει κύκλους –μὰ κι ὁ Μπρὰντ ποὺ προσπάθησε τὴν εὐθεῖα ὁδό, τί ἄλλο κατάφερε ἀπ’ τὴν τέλεια καταστροφή;–, ἔτσι καὶ τὸ δραματικὸ ποίημα στροβιλίζεται καὶ συμπαρασύρει τὴν πλοκὴ ἀπ’ τὶς ἐσχατιὲς τῆς Νορβηγίας στὴν ξεραΐλα τῆς Σαχάρας καὶ πάλι πίσω.

[Ἀπ’ τὴν Εἰσαγωγὴ τοῦ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου γιὰ τὸν Πέερ Γκὺντ στὶς ἐκδόσεις Gutenberg· ἐπιμέλεια Ἥρκου Ἀποστολίδη.]

Henrik-Klausen-Peer-Gynt-1876.jpg
Henrik-Klausen-Peer-Gynt-1876” by Ernst Emil Aubert – Ibsen.net. Licensed under Public domain via Wikimedia Commons.

Brecht, Βίος του Γαλιλέι, Ο μονόλογος του μικρόσωμου μοναχού

[Ὁ μονόλογος ἀκολουθεῖ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ ἔργου τοῦ Κοπέρνικου στὸν Κώδικα τῶν Απαγορευμένων Βιβλίων ἀπ’ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ μοναχός, πούναι καὶ φυσικός, ψάχνει νὰ δικιολογήσῃ τὴν ἀπόρριψη τοῦ κοπερνίκειου συστήματος ἀπ’ τὴν Ἱερὰ Ἐξέταση.]

Ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς μιλήσω γιὰ τὸν ἑαυτό μου… Εἶμαι γιὸς ἀγροτῶν στὴν Καμπανία – ἁπλοῖ ἄνθρωποι. Γνωρίζουν τὰ πάντα γύρω ἀπ’ τὸ ἐλαιόδεντρο ἀλλά, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα, λίγα. Καθὼς παρατηρῶ τὶς φάσεις τῆς Ἀφροδίτης, φέρνω μπροστά μου τὴν εἰκόνα τῶν γονιῶν καὶ τῆς ἀδερφῆς μου νὰ κάθωνται στὴ φωτιὰ καὶ νὰ τρῶνε λειωμένο τυρί. Βλέπω το δοκάρι πάνω τους, πούχει μαυρίσει ἀπ’ τὴν τσίκνα ἑκατονταετιῶν, καὶ μ’ ἐνάργεια παρατηρῶ τὰ ροζιασμένα χέρια τους καὶ τὸ κουταλάκι τους. Δέν τὰ πηγαίνουν καλά, ἀλλὰ μές στὴ δυστυχία τους ὑπάρχει μιὰ   ὑ φ έ ρ π ο υ σ α   τάξη. Εἶν’ οἱ κύκλοι τῶν ἐποχῶν: ἀπ’ τὸ καθάρισμα τοῦ χώματος στὸ χωράφι μὲ τὶς ἐλιὲς ὥς τὴν πληρωμὴ τῶν φόρων. Ὅποια συμφορὰ τοὺς χτυπάει, ἐπαναλαμβάνεται μὲ μιὰν ὀμαλὴ περιοδικότητα. Ἡ πλάτη τοῦ πατέρα μου δὲ φορτώνεται   μ ι ὰ   μόνο φορά, μὰ κάθ’ ἀρχὴ τοῦ χρόνου, στὸ χωράφι μὲ τὶς ἐλιές, κ᾿ οἱ γέννες, ποὺ στερεύουν ὅλο καὶ περσότερο τὴ μητέρα μου, ἀκολουθοῦν σ’ ἀκριβῆ χρονικὰ διαστήματα ἡ μία τὴν ἄλλη. Μαζεύουν δύναμη κι ἀνεβαίνουν μὲ γεμᾶτα τὰ καλάθια τους τὰ βραχώδη μονοπάτια, γεννοῦν παιδιά, τρῶνε καλά-καλὰ λόγῳ μιᾶς αἴσθησης συνέχειας κι ἀναγκαιότητας: ἡ ὄψη τῆς ἀνθισμένης γῆς, τῆς μικρῆς ἐκκλησίας και τ’ ἄκουσμα τῶν ἐδαφίων τῆς Βίβλου κάθε Κυριακὴ θὰ τοὺς  ἀ π ο ζ η μ ι ώ σ ο υ ν.  Τους τόχει ἐγγυηθῆ τὸ θεῖο βλέμμα ποὺ πέφτει πάνω τους διερευνητικό – σχεδὸν ἀγωνιῶδες… Τοὺς ἔχει ἐγγυηθῆ ὅτι τὸ θέατρο τοῦ κόσμου στήθηκε γύρω ἀπὸ κείνους, γιὰ νὰ ἐπαληθεύουν ὡς υποκριτὲς τοὺς μικροὺς ἢ μεγάλους ρόλους τους.* Τί θάλεγαν οἱ δικοί μου, ἂν ἄκουγαν ἀπὸ μένα πὼς βρίσκονται πάνω σ’ ἕνα μικρὸ ἀστράκι ποὺ ἀενάως γυρνάει στὸν κενὸ χῶρο γύρω ἀπόνα ἄλλο ἄστρο, ἕνα ἐκ τῶν πολλῶν – σχεδὸν ἀσήμαντο! Πρὸς τί τέτοια ὑπομονή, τέτοιος συμβιβασμὸς μὲ τὴ φτώχια τους σὰν καλὴ ἢ ἀναγκαία; Γιατί εἶναι καλὴ ἀκόμα κ᾿ ἡ Ἁγία Γραφή ποὺ τὰ ἐξηγεῖ ὅλα: τὸν ἱδρῶτα, τὴν ὑπομονή,τὴν πείνα, τὴ δουλοπρέπεια, καὶ τὰ δικαιολογεῖ ὡς ἀναγκαῖα, ἐφόσον τώρα εἶναι γεμάτη πλάνες;.. Ὄχι, βλέπω  τ ρ ο μ α γ μ έ ν η   τὴ ματιά τους καὶ τὰ κουτάλια τους παρατημένα στὴν κατσαρόλα. Βλέπω πόσο προδομένοι κι ἀπατημένοι νοιώθουν. Λένε: «Κανένα βλέμμα δὲ μᾶς προσέχει.» Πρέπει νὰ κοιτᾶμε οἱ ἴδιοι τοὺς ἑαυτούς μας, ἀμόρφωτους, γέρους κι ἀναλωμένους ὅπως εἴμαστε;.. Κανείς δὲ σκέφτηκε ἕνα ρόλο γιὰ μᾶς ἐκτὸς ἀπὸ τοῦτον τὸν ἐπίγειο καὶ σιχαμερό σ’ αὐτὸ τὸ τόσο δὰ ἀστράκι, ποὺ οὔτε κἂν αὔταρκες εἶναι καὶ τίποτα δὲ γυρνάει γύρω του; Κανένα νόημα δὲν κρύβεται στὴ φτώχια μας – ἡ πείνα εἶναι μόνο νὰ μήν ἔχῃς φάει, κι ὄχι κάποια δοκιμασία δύναμης;.. Ἡ προσπάθεια εἶναι ἁπλᾶ σκύψιμο καὶ κουβάλημα, καμμιά ὑπηρεσία!» Καταλαβαίνετε πὼς στὴν ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Ἐπιτροπῆς διαβάζω μιὰν εὐγενικὴ μητρικὴ συμπόνια – μιὰν ψυχικὴ καλοσύνη;..

* Προσφιλὴς παρομοίωση τοῦ σύμπαντος τὴν ἐποχή τοῦ μπαρόκ: ὁ Θεός εἶν’ ὁ δραματικὸς ποιητής, κάθ’ ἄνθρωπος ἠθοποιὸς ποὺ παίζει τὸ ρόλο τῆς ζωῆς του κι ὁ κόσμος ὁλόκληρος μιὰ σκηνή. Ὁ κλασσικιστὴς Ἱσπανὸς δραματουργὸς Pedro Calderón (1600-81) ἔγραψε τὸ 1635 τὸ θρησκευτικὸ δρᾶμα El grand teatro del mundo (μτφρ Τὸ μεγάλο θέατρο τοῦ κόσμου).

[Ἀπ’ τὴν ὄγδοη εἰκόνα τοῦ Βίου τοῦ Γαλιλέι τοῦ Bertolt Brecht· μτφρ-σχόλια Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος.]

Flammarion.jpg
Flammarion” by Anonymous – Camille Flammarion, L’Atmosphere: Météorologie Populaire (Paris, 1888), pp. 163. Licensed under Public domain via Wikimedia Commons.

Η πρώτη βία

Μὲ βία πρωτάνοιξα τὰ μάτια μου.
Μὲ βία πρωτόκλαψα.
Μὲ βία πρωτοδάγκωσα.
Μὲ βία μοῦ δίδαξαν τὰ γράμματα.
Μὲ βία μὲ μάθανε νὰ ζῶ μ᾿ ἀνθρώπους.

Κ᾿ ἔτσι ἀπ᾿ ἀγρίμι
ἔγιν᾿ ἄνθρωπος.
Καὶ φώναξα: «Ὅχι ἄλλο!
Ἔ μ α θ α!..»

Καὶ μοῦ ἀπάντησαν:
«Ξεκίνα τότε
τοὺς ἄ λ λ ο υ ς νὰ πονᾶς.»
Καὶ σὰν ἀήδιασα
ἀπὸ τὸν πόνο τους,
συνάντησα τὸ θάνατο…

Καὶ κείνη τὴ στιγμὴ
ξανάνοιωσα τὴν π ρ ώ τ η βία.

[Τοῦ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου· ἀπ’ τὴ δραματουργία τῆς ἑπόμενής μας παράστασης.]

Χαίλντερλιν, Με μόχθο αλλά ποιητικά…

Ἐκεῖνος π᾿ ὁνομάζεται
ε ἰ κ ό ν α   τ ο ῦ   θ ε ο ῦ
ἀκόμα πιό ξάστερος
κι ἀπ᾿ τὸν ἤσκιο τῆς νύχτας
μὲ τὸ πλῆθος τῶν ἀστεριῶν!..

Μὲ μόχθο,
ἀλλὰ π ο ι η τ ι κ ὰ
κατοικεῖ ὁ ἄνθρωπος
πάνω σὲ τούτη τὴ γῆ…

 

[Διασκευὴ ἀποσπασμάτων ἀπ᾿ τό: Σ᾿ εὐφρόσυνο γλαυκό… τοῦ Friedrich Hölderlin για τὴ δραματουργία τῆς ἑπόμενής μας παράστασης]

Hoelderlin 1792.jpg
Hoelderlin 1792“ von Franz Karl Hiemerhttp://www.zeno.org/Literatur/I/holdepor. Lizenziert unter Public domain über Wikimedia Commons.