ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Κριτική Π. Τακόπουλου (Ηλιαία, Ιούνιος 2014, τ. 89 – Διορθώσεις Ιούλιος-Αύγουστος 2014, τ. 34)

Πᾶνε πολλὰ χρόνια ἀπὸ τὸν «καιρὸ ἐκεῖνο», καὶ συγκεκριμένα τὸ 1966, ὅταν παρ’ ὀλίγο νὰ μὴν εἶμαι σήμερα αὐτὸς ποὺ γύρευα, ἢ δὲν γύρευα, νὰ ἤμουν. Εἶχα βρεθεῖ τότε αὐτοεξόριστος, ἀλλὰ μόνον σὲ κατ’ οἶκον μὴ περιορισμό, στὴ Σουαζιλάνδη τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς, κατόπιν μιᾶς σωτηρίας προσκλήσεως ἀπὸ μία παιδικὴ πολὺ δική μου φίλη. Ἡ αὐτοεξορία μου αὐτὴ ἦταν μία ἀπὸ τὶς καλύτερες διακοπὲς τῆς ζωῆς μου, μετὰ ἀπὸ τὴν τυχαία ἀνατροπὴ μιᾶς παρ’ ὀλίγον ἀπότομης, ἐθελουσίας  ἐκ μέρους μου διακοπῆς.

Θυμᾶμαι ἀκόμα ὅτι ἐκεῖ στὴ Σουαζιλάνδη εἶχα ξαφνικὰ τὸ φθινόπωρο, τὴν εὐκαιρία ν’ ἀνακαλύψω, ὅτι πλὴν τοῦ Ὁμήρου, τοῦ Σαίξπηρ, τοῦ Καβάφη, τοῦ Καρυωτάκη καὶ τοῦ T. S. Eliot ἀλλὰ καὶ μερικῶν «σεφέρη-ζώντων» καὶ «ἰούλιο-ἐλίτικων» ποιητῶν, συμπεριλαμβανομένων, τοῦ ἰδίου τοῦ Σεφέρη καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ Ἐλύτη, ὑπάρχουν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀξιόλογοι ἕλληνες ποιητές, πλὴν ἐμοῦ ! Κι αὐτὸ χάρις στὴν Ἀνθολογία τοῦ Ἡρακλῆ καὶ Ρένου Ἀποστολίδη, ποὺ εἶχα τὴν πρόνοια νὰ πάρω μαζί μου στὸ μακρινό μου αὐτό, ἐπὶ γῆς εὐτυχῶς, ταξίδι, ἡ ὁποία στάθηκε, μαζὶ μὲ τοὺς «οἰκοδεσπότες» φίλους μου, ἡ first «best bed» συντροφιά μου, κατὰ τὶς πανέμορφες καὶ «οἰνοπνευματώδεις» ἡμερονυχτίες μου, σ’ αὐτὴ τὴ μικρὴ ὀμορφονιὰ γειτονοποῦλα τῆς μεγάλης «Ἀπαρχάιντ» τότε χώρας τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς.

Ἔκτοτε συνέχισα νὰ ἐπικοινωνῶ ἀναγνωστικά, μὲ ἄγνωστα στοὺς περισσότερους ὀνόματα, ποιητῶν, ποὺ ψάχνανε ν’ ἀνακαλύψουν τὸν κόσμο μέσα ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους, ἢ τὸν ἑαυτὸ τοὺς μέσα ἀπὸ τὸν κόσμο. Καὶ ἴσως αὐτὴ ἡ ἐπικοινωνία μας νὰ ἦταν καὶ ὁ πρῶτος μου ποιητικὸς θεατρικὸς διάλογος μαζί τους, καθὼς τοὺς ἀνεκάλυπτα ἕναν-ἕνα καὶ ἄρχισα ν’ «ἀναγνωρίζω», χωρὶς νὰ τοὺς γνωρίζω, τοὺς περισσότερους ἀπ’ αὐ-τούς, ὡς ὁμότιμους ἂν ὄχι, «ὁμοιότιμους» καὶ «ὁμοούσιους» μὲ τὸν ἑαυτό μου ποιητές.Ἔτσι περίπου αἰσθάνθηκα ξανά, διαβάζοντας πρῶτα καὶ βλέποντας μετά, στὸ φουαγιὲ τοῦ θεάτρου ΒΙΚΤΩΡΙΑ, τὴν μουσικο-ποιητικὴ  παράσταση, τοῦ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου, «ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ», ἐπιλεγμένη κι αὐτὴ ἀπὸ τὴν συνεχῶς ἀνανεωνόμενη Ἀνθολογία τῶν Ἀποστολίδηδων, παππού, πατρὸς καὶ υἱῶν. Τελικὰ ὅμως τὸ κατόρθωμα αὐτῆς τῆς παραστάσεως ὀφείλεται στὴν Ἀνθολογία τῆς Ἀνθολογίας τῶν Ἀποστολίδηδων, καὶ στὴ συρραφή, μετὰ ἀπὸ ἐπίπονη ἐπιλογὴ ποιημάτων, βάσει τοῦ θέματος τοῦ «ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ», καὶ στὴν μετατροπὴ αὐτῆς τῆς «συρραφῆς» τῶν ποιητικῶν κειμένων, σὲ  σ υ γ γ ρ α φ ὴ  ἑνὸς θεατρικοῦ θεατρικότατου συνόλου, μέσα ἀπὸ τὸ φίλτρο μετατροπῆς – γιὰ νὰ θυμηθοῦμε ἕναν ἄλλο ποιητή, τὸν Δημήτρη Χριστοδούλου – τοῦ «θεατροποιοῦ» Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου. Πρᾶγμα ἐπιβεβαιωτικὸ τῆς ὀρθῆς θεωρίας, ὄχι ἀποκλειστικὰ τῆς δικῆς μου, πὼς κάθε ποίημα δὲν εἶναι ἁπλὸς ἕνας μονόλογος, ἀλλὰ ἕνας συνεχὴς διάλογος, ὄχι μόνο μὲ τὸν ἑαυτό μας ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς ἄλλους.

Εἶναι μᾶλλον μιὰ ἁπλοϊκὴ λύσις, νὰ θεωροῦμε κάθε μονόλογο «ἐσωτερικό», καὶ νὰ τὸν ἀποκαλοῦμε «ἐσωτερικὸ μονόλογο», ὅπως λανθασμένα ὀνομάζουμε καὶ τοὺς μονόλογους τοῦ James Joyce, γιατί στὴν οὐσία τοὺς ὅλοι οἱ μονόλογοι εἶναι ἐσωτερικοὶ καὶ ἐξωτερικοί, κ’ ἕνας συνεχὴς διάλογος μὲ τὸν ἄλλο κόσμο. Ναί, ἡ ποίησις ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν καὶ τῶν Ἰνδικῶν Βεδδῶν, κι ὅλων τῶν ἄλλων ἀρχαιοτέρων λαῶν, ἦταν καὶ παραμένει μία ποίησις-πρᾶξις ἀπὸ τὰ πρῶτα «θεάματα» τοῦ ἀνθρώπου. Θεόμεθα, δὲν θὰ πῇ βλέπουμε τὸ θεό, οὔτε ὅτι μας βλέπει ὁ θεός. Ἄλλωστε ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι πρῶτα οἱ ἄνθρωποι ἔπλασαν τὸ θεὸ ἢ τοὺς θεούς τους, καὶ τοὺς ἔφτειαξαν «κατ’ εἰκόνα, «αὐτοδοξασίαν» καὶ καθ’ ὁμοίωσίν» τους, καὶ μετὰ ὁ θεὸς τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί οἱ ἄνθρωποι οὕτως ἢ ἄλλως ἔχουν τόση ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς θεούς τους, ὅσο καὶ οἱ θεοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

Ὅταν λένε οἱ βουδισταὶ πιστοί, πὼς «ἡ μὲν γνῶσις τῶν Βεδδῶν καλλίων ἐστὶ τῆς πράξεως» στὰ ἰνδικά, θέλουν νὰ ποῦν κάτι παρόμοιο μ’ αὐτὸ ποὺ σκέπτονται οἱ Ἕλληνες (ἀρχαῖοι καὶ νεώτεροι) ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ τὸ ποῦν ἔτσι, οὔτε στὰ ἰνδικά, ἀλλ’ οὔτε στὴ δική τους γλῶσσα, γιατί, στὰ Ἑλληνικὰ «ποίησις» ὡς σχεδὸν ἄγνωστον, σημαίνει «πρᾶ-ξις» (ἐκ τοῦ ποιῶ = πράττω). Ὅ,τι νὰ ποῦμε, ἢ νὰ μὴν ποῦμε, ἡ Ποίησις, μᾶς μαθαίνει περισσότερα ἀπὸ τὴν Ἱστορία, γιατί ἐνῷ ἡ Ἱστορία ἀποκαλύπτει τὰ γεγονότα, ἀνάλογα μὲ τὶς προτιμήσεις τῶν ἱστορικῶν, ἡ ποίησις τὰ «ἀποκαλύπτει» γιατί ὁ Ποιητής της τὰ ζεῖ, καὶ κάνει καὶ μᾶς νὰ τὰ «συζοῦμε». Δηλαδὴ ἡ ποίησις εἶναι θέατρο ἀπὸ τὴ φύση της.

Ἀλλὰ πρὶν ξανανοίξω ἕνα πελώριο θέμα, ἐπαναλαμβάνοντας ὅτι στὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ θέατρο ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Ὅμηρος, καὶ ὅτι τὸ πιὸ σύγχρονο θέατρο τὸ ἔχει γράψει ὁ Σαίξπηρ, θὰ ἤθελα νὰ τὸ κλείσω, ὑπενθυμίζοντάς σας ὅτι σήμερα, μετὰ τὸν Ἴψεν, τὸν Τ. S. Eliot, καὶ τὸν Κρίστοφερ Φράι, τὰ περισσότερα θεατρικὰ ἔργα γράφονται σὲ πεζὸ λόγο, ὅπως καὶ τὰ μετὰ τὸν Πέερ Γκὺντ ἔργα τοῦ Ἴψεν. Πρᾶγμα, φαινομενικά, ἀντίθετο στὸν προηγούμενο ἰσχυρισμό μου, πώς «ποίησις, ἴσον θέατρο». Φαινομενικά, γιατί καὶ ὁ πεζὸς λόγος, ποίησις εἶναι, ἂν θέλῃ νὰ εἶναι θέατρο. Καὶ δὲν ἰσχύει ἡ διαπίστωσις αὐτὴ μόνον γιὰ τὸ Θέατρο, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν Κριτικὴ ἡ ὁποία ἂν δὲν εἶναι ποιητική, δηλαδὴ δημιουργική, τὸ πολὺ πολὺ νὰ εἶναι δημιοσιογραφικὴ «ἀκρισία».

Καιρὸς ὅμως ν’ ἀσχοληθῶ γιὰ λίγο κ’ ἐγὼ τώρα μὲ τὸ μέγα θεατρικὸ ἐπί-τευγμα τῆς ὁμάδος «ΕΠΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ» τοῦ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου.

Ἡ ἰδέα τῆς ποιητικῆς συρραφῆς-συγγραφῆς, ἐπὶ τοῦ ἔργου «ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ» μὲ ἀποσπάσματα ποιήματα παντὸς καιροῦ, ὀφείλεται  στὸν Πέερ Γκὺντ τοῦ Ἴψεν, ὅπως ἐξομολογεῖται στὸ πρόγραμμα ὁ σκηνοθέτης-συρραφεὺς τοῦ ἔργου.

Πέερ Γκὺντ εἶναι κι αὐτὸ ἕνα «στοιχειό», λωλοπαρμένο ἀπὸ τὰ «τρολλά» παραμύθια τῶν νορβηγικῶν φιόρδ, ἀναζητῶν ὅπως ὅλοι μας, στοιχειὰ καὶ ἄνθρωποι, τὸ γνώθι σ’ αὐτόν μας. Μὲ πρῶτο-πρῶτο τὸν ἴδιο τὸ δημιουργό του, τὸν Ἴψεν στὴν περίπτωσή μας, ὅπως καὶ κάθε ἄλλο γνήσιο ποιητὴ πεθαμένο καὶ νεκρό, ἢ ζῶντα καὶ ζωντανό, – γιὰ νὰ θυμηθοῦμε λίγο Μπόστ.

Ἡ ἀναζήτησις τοῦ ἑαυτοῦ μας μεσῳ τῆς γραφῆς γνωστῶν ἢ ἀγνώστων ποιητῶν, ὡς ἀναστημένων ἀπὸ τὸ μνημεῖο τους ἀγνώστων στρατιωτῶν, εἶχε τὴν τύχη σ’ αὐτὸ τὸ ποιητικομουσικὸ παιγνίδι τῆς ὁμάδος «ΕΠΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ» νὰ ἔχει πλὴν τοῦ «μαέστρου», καὶ ἐξαιρετικοὺς «ἐκτελεστές». Καὶ ἡ ἀναζήτησίς του ἦταν ἕνας «κερδισμένος καιρός» καὶ γιὰ κείνους καὶ γιὰ τὸ κοινό, ποὺ δὲν παρακολουθοῦσε ἀλλὰ συμμετεῖχε στὴν παράσταση, σὰν ὁρατό-ἀόρατος ὀνειρικὸς χορός. Τὸ «ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ»ἀποτελεῖ μιὰ σκηνικὴ ἀριστοτελεία σύνθεση σὲ τέσσερες ἑνότητες, κ’ ἕναν πρόλογο.

Τὰ πρόσωπα τοῦ ἔργου εἶναι τέσσερα: ἕνα Πιάνο, μιὰ Πρώτη Φωνὴ καὶ μία Δεύτερη καὶ Τρίτη Φωνή. Σὰν εἰσαγωγὴ τοῦ ἔργου σᾶς δίνω ὁλόκληρο τὸν σύντομο πρόλογο, ὡς πρώτη ἐνημέρωσή σας, ἐλπίζοντας νὰ ἔχουν τὸ χρόνο οἱ ἀναγνῶστες αὐτοῦ τοῦ ἀντικριτικοῦ μου τριτοπρογραμματικοῦ μου σημειώματος, νὰ ἐνημερωθοῦν ἀμεσότερα, μὲ μιὰ δική τους Δευτέρα ἢ καὶ Τρίτη παρουσία, πρὸς πληρεστέραν θεατρική τους αὐτογνωσίαν.

[ΠΡΟΛΟΓΟΣ / ΠΙΑΝΟ: Παίζει τὸ Πένθιμο ἐμβατήριο τοῦ Chopin. / ΠΡΩΤΗ: [Ἀπ’ Τὸ ὄνειρο τοῦ Δήμου Μούτση (Δίσκος: Νά! Ἀθήνα, 1987).] / Βρέθηκα σὲ κύκλο σκοτεινό, / (Ξεκινάει τὸ τραγοῦδι.) / στ’ ὄνειρο ποὺ εἶδα χτὲς τὸ βράδυ. / ΔΕΥΤΕΡΗ: (Ἀπαντάει τραγουδιστά): / Κ’ ἤμουνα ἀπ’ τὴ μία του κύκλου ἐγὼ κ’ ἐ-γὼ ἀπὸ τὴν ἄλλη [] /  ΠΡΩΤΗ: / Κ’ εἶδα ἕνα παιδὶ – μικρὸ παιδί – ποὺ ἔπαιζε καὶ μοῦ ’ρῖχνε στὰ ζάρια / ΔΕΥΤΕΡΗ: / τὸ ὕστερό του πόθου μου φιλί, τὰ πρῶτα παιδικά μου χάδια [] / ΠΡΩΤΗ: / Κ’ εἶδα τὶς ἐλπίδες μας σκιές, βάδιζαν ἀμίλητα ἐμπρός μου, / ΔΕΥΤΕΡΗ: / σύμβολα, σημεῖα καὶ μυστικὲς μορφὲς αὐτοῦ τοῦ μάταιου κόσμου. [] / ΠΡΩΤΗ: / Πές μου τί ’ν’ αὐτὰ ποὺ βλέπω ἐδῶ, πρόφτασα νὰ πῶ στὸν ἑ α υ τ ό  μου, / ΔΕΥΤΕΡΗ: / μὴ μιλᾷς, μον’ κοίτα καὶ πέρνα. / (Σταματάει τὸ τραγοῦδι.) / ΠΡΩΤΗ: / λέει αὐτός, /

Μετὰ τὸν πρόλογο προηγοῦνται, μετὰ τῆς ἐπωνύμου καὶ ἀνωνύμου ποιήσεως, οἱ ἑρμηνευτές. Μὲ πρώτη τὴν Εὔα Κολιοπούλου (τὴν ἔχουσα καὶ τὴν μου-σικὴ ἐπιμέλεια τῆς παραστάσεως)  ὡς Πιάνο. Ἀκολουθοῦν, ἡ Δεύτερη καὶ ἡ Τρίτη Φωνή, ἅμα τῇ ἐμφανίσει τῆς Πρώτης, τοῦ Θεοδόση Παπαδημητρόπουλου. Καὶ τὰ ὀνόματα τῶν φωνῶν αὐτῶν, τῆς Τρίτης: Κωνσταντίνα Κουτουλάκη, καὶ τῆς Δεύτερης: Μαρκέλλα Εὐθυμίου.

Ἦσαν καὶ οἱ τρεῖς ὑπέροχες – χωρὶς νὰ εἶναι ὑπέρηχες – φωνές, ὅπως καὶ ὁ ἦχος τοῦ Πιάνου τῆς Εὔας Κολιοπούλου. Ἀποδίδω εὔσημον μνεία καὶ στὴν ἐνδυματολόγο Εἰρήνη Βαζιργιαντζίκη καὶ στὸν ἐπιμελητὴ τοῦ προγράμματος Κώστα Μάστρακα τὸν «ἀποστολιδικό» ἐκδότη τῶν Διορθώσεων, ποὺ συμμετέχει ἐκτάκτως, καὶ ὡς ἕνας ἐκ τῶν ποιητῶν.

Τὰ ὑπόλοιπα, χωρὶς σιωπὴ οὔτε ὀλίγων λεπτῶν, εἶναι τὰ ὀνόματα τῶν ποιητῶν τῶν ἀόρατων αὐτῶν συνδημι-ουργῶν τοῦ ἔργου τῆς ὁμάδος «ΕΠΙ ΤΟ ΕΡΓΟΝ», ἢ μᾶλλον οἱ γραμμὲς ἀπὸ ἀποσπάσματα τῶν ποιημάτων τους, ἀπὸ τὶς Ἀνθολογίες τῶν Ἀποστολίδηδων καὶ τὴν Ἰαπωνικὴ ποιητικὴ Ἀνθολογία σὲ μετάφραση Γιάννη Λειβαδᾶ, ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Ροές, καὶ πάσης ἄλλης ἑλληνικῆς καὶ ξένης, μεταφρασμένης στὰ ἑλληνικὰ ἀνθολογίας, ὅπου φιλοξενοῦνται ποιήματα τοῦ Εὐριπίδη, τοῦ Σαίξπηρ, τοῦ Walt Whitman, τῆς Emily Dickinson καὶ φυσικὰ τοῦ Ἴψεν ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο του παιδὶ τὸν Πέερ Γκύντ.

Ὅλα τὰ ἀποσπάσματα, πλὴν δυὸ ἀναγνωρίσημων ὁλοκληρωμένων, (τελείως τὸ ἕνα, καὶ σχεδόν, τὸ ἄλλο), τοῦ Καβάφη καὶ τοῦ Καρυωτάκη, μᾶς δίνουν χάρις τὴν ἀριστοτελειωτικὴ συρραφή τους ἕνα πλῆρες θεατρικὸ ἔργο τὸ ὁποῖο θὰ «γύρευε» νὰ συγγράψῃ κάθε φθασμένος θεατρικὸς Ἕλληνας ἢ ξένος συγγραφέας. Ἀπὸ τὸν Ἀλέξανδρο Μπάρα, μὲ τὸν Λέοντα τὸν Ἀφρικανό, κι ἀπὲ μὲ ἀποσπάσματα τοῦ Λεωνίδα Ζενάκου, τοῦ Πινδάρου, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, τοῦ προαναφερθέντος Κώστα Μάστρακα, τοῦ Ἡράκλειτου, τοῦ Χρίστου Τρύφωνα, τοῦ Τίτου Πατρίκιου, τοῦ Γιώργου Σαρηγιάννη, τοῦ Στέφανου Γεράνη, τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη, τοῦ Ἰάσωνα Ἰωαννίδη, τοῦ Κώστα Σοφιανοῦ, τῆς Ὀλυμπίας Καράγιωργα, τοῦ Τάκη Σινόπουλου, τοῦ Νικολάου Πολίτη, τοῦ Νίκου Καρούζου, τοῦ Κώστα Οὐράνη, τοῦ Νίκου Μοσχοβάκου καὶ ἄλλων καὶ ἄλλων μικρῶν τε καὶ μεγάλων.

Τὸ «ΑΥΤΌΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ»  ε ἶ ν α ι!

Καὶ θὰ ἦταν ἄδικο νὰ γύρευα νὰ τελειώνω τώρα κ’ ἐγὼ αὐτὴ τὴν ἀντικριτική μου χωρὶς ν’ ἀναφέρω καὶ τὰ ὀνόματα κάποιων μουσικῶν, πλὴν τοῦ Chopin καὶ τοῦ Δήμου Μούτση ποὺ ἀναφέρονται στὸν πρόλογο, καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Γιόχαν Στράους, μὲ τὸ Radetzky Marsh μὲ τὸ ὁποῖο ἀνοίγει καὶ κλείνει ἡ κριτικὴ ἑνότητα, ὅπως ἀνοιγοκλείνει, στὴν Βιέννη, κάθε νέον ἔτος χορευτικά. Ἀλλὰ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ἥρκου Ἀποστολίδη, ἂν καὶ δὲν εἶναι μουσικός, γιατί ἡ κρυφὴ ἐπιμέλεια στὰ ἔργα τῶν παιδιῶν δὲν εἶναι τόσο κρυφή, ἀντίθετα μὲ τὴν παρουσία τοῦ Κώστα Μάστρακα ποὺ εἶναι «ἀδιόρθωτη» καὶ φανερή.

Δὲν ἀπομένει παρὰ νὰ γυρέψετε καὶ σεῖς τὸ κείμενο τοῦ ἔργου «ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ» στὸ πρόγραμμα τῶν «Διορθώσεων». Ἐκεῖ θὰ βρεῖτε πόσο διαφέρουν καὶ δὲν διαφέρουν μεταξύ τους, οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ ξένοι ποιητές, ἀρχαῖοι ἀρχαιότεροι καὶ νεώτεροι,  στὴν ἀναζήτηση τοῦ ἑαυτοῦ τους  κ α ί  τοῦ ἑαυτοῦ σας. Πάντως ἀσχέτως ἂν διορθωθῆτε ἢ ὄχι, ἀξίζει νὰ ζήσετε αὐτὸ τὸ θεατρικὸ ποιητικὸ ταξίδι.

 

Αυτός-που-γύρευα-είμαι

 

Ὁ ἡνίοχος

ΣΩΚΡΑΤΗΣ:
Μάθε, ὡραῖο μου ἀγόρι,
πὼς εἶναι πρᾶγμα δύσκολο
νὰ περιγράψῃς τὴν ψυχή.
ΦΑΙΔΡΟΣ:
Δηλαδή;..
ΣΩΚΡΑΤΗΣ:
Κ᾿ ἕνας θ ε ὸ ς θὰ κουραζόταν…
Γι᾿ αὐτό,.. φαντάσου την
σὰν ἅρμα ποὺ τὸ σέρνουν
δυὸ φτερωτά ἄλογα,
κ᾿ ἕναν ἡνίοχο
τὰ γκέμια νὰ κρατάῃ.
Τόν᾿ ἄτ᾿ εἶν᾿ ὡραῖο
καὶ γενιᾶς καλῆς –
ἄσχημο τ᾿ ἄλλο
καὶ ταπεινῆς καταγωγῆς.
ΦΑΙΔΡΟΣ:
Καὶ πῶς τὰ καταφέρνῃ
ὁ ἠνίοχος καὶ τὰ ἰσορροπεῖ;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ:
Δύσκολα!..
Σὲ πολλές ψυχές,
ὅταν πετᾶν ψηλὰ στὸν οὐρανό,
χάνει τὸν ἔλεγχο ὁ ἡνίοχος
καὶ τ᾿ ἅρμα πέφτει στὸ ἔδαφος!
Τότε ἡ ψυχὴ
πάει καὶ φωλιάζει
μές σὲ γήινα κορμιά.
ΦΑΙΔΡΟΣ:
Πρὶν χάσουνε τὸν ἔλεγχο,..
τί ἀντικρύζουν ἐκεῖ ἀπάνω;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ:
Μερικὲς προλαβαίνουν…
καὶ βλέπουνε γιὰ λίγο
τ᾿ Ἀ λ η θ ι ν ὸ
πούν᾿ ἄχρωμο,
ἄμορφο…

[Ἀπ᾿ τὴ δραματουργία τῆς ἑπόμενής μας παράστασης· βασισμένο στὸν πλατωνικὸ Φαῖδρο, 244a-249b.]

odilon-redon-ηνίοχος-απόλλων

Odilon Redon. Ὁ ἡνίοχος τοῦ Ἀπόλλωνα.

Bertolt Brecht, Η φύση ως καλλιτέχνιδα…

Περσότερο κρύβεται στὰ ἔργα τέχνης πῶς φτειάχνονται ἀπ᾿ ὅσο στὰ φιλοσοφικὰ συστήματα. Οἱ κατασκευαστὲς προσπαθοῦν ἔντονα νὰ ἐπάγουν τὴν ψευδαίσθηση ὅτι τὰ πάντα ἁπλᾶ  σ υ μ β α ί ν ο υ ν – ἀπὸ μόνα τους, ἂς ποῦμε· σὰν εἴδωλα ἑνὸς καθρἐφτη πούν᾿ ἀμέτοχος. Προφανῶς, τοῦτο εἶναι μιὰ πλάνη. Ὑποτίθεται πὼς ἔτσι
μεγιστοποιεῖται ἡ ἀπόλαυση τοῦ θεατῆ… Tὰ πράγματα ὅμως ἔχουν ἀλλιῶς:  ὁ θεατής –σὲ κάθε περίπτωση ὁ ἔ μ π ε ι ρ ο ς– ἀπολαμβάνει στὴν Τέχνη τὸν τρόπο κατασκευῆς της – τὸ ἐ ν ε ρ γ ὸ στοιχεῖο τῆς δημιουργίας. Στὴν Τέχνη βλέπουμε τὴν ἴδια τὴ Φύση σὰ μιὰ  κ α λ λ ι τ έ χ ν ι δ α.

Ἀπ᾿ τὴ Δόμηση ἑνὸς ρόλου τοῦ Bertolt Brecht (μτφρ Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος)

Stamps of Germany (DDR) 1988, MiNr Block 091.jpg
Stamps of Germany (DDR) 1988, MiNr Block 091” by Hochgeladen von —Nightflyer (talk) 21:23, 9 April 2009 (UTC) – Eigener Scan und Bearbeitung. Licensed under Public domain via Wikimedia Commons.

Αυτός που γύρευα είμαι!.. Σημείωμα σκηνοθέτη

«Γιὰ νάσαι ὁ ἑαυτός σου, πρέπει νὰ τὸν σφάξῃς», ἀπαντάει ὁ Κουμποχύτης στὸν Πέερ Γκύντ, σὰν τὸν ρωτάει στὸ τέλος τοῦ ἔργου: «Τί σημαίνει ἐντέλει νάσαι ὁ ἑαυτός σου;» Μ᾿ ἄλλα λόγια: «καταλήγεις σ᾿ ὅ,τι εἶσαι, ὅταν τελειώσῃ τὸ ταξίδι σου» – «περνᾶς ἀπ᾿ τὸ συνεχὲς γίγνεσθαι στὸ εἶναι», «στατικεύεται ἡ ὕπαρξή σου», «πεθαίνεις»!

Μὰ πῶς φτάνει ἐκεῖ ὁ καθένας, μυστήριο μέγα ποὺ ποιητικὰ μονάχα μπορεῖ νὰ ἱχνηλατηθῇ – νὰ σημανθῇ ἔστω, καθὼς ἡ ποίηση οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει κατὰ τὴν ἡρακλείτεια ρήση. Κ᾿ ἐπειδὴ τοῦτο ἀκριβῶς τὸ μυστήριο θέλει ν᾿ «ἀγγίξῃ» κάθε ποιητὴς καὶ στοχαστὴς μὲ ὕστατο ὁδηγό του τὴν ἴδια του τὴν παρουσία στὸν κόσμο, οἱ ἀπαντήσεις ποικίλουν ὅσο κ᾿ οἱ διαφορετικοὶ βίοι.

Βάλαμε, λοιπόν, τὴ μιάν «ἀπόκριση» νὰ συνδιαλεχθῇ μὲ τὴν ἄλλη, ὥστε νὰ στοχαστοῦμε γιὰ τὴ δικιά μας πορεία – νὰ νοιώσουμε βαθύτερα τὴν προσωπική μας βάσανο. Ἐπιλέχτηκαν ποιητικὰ καὶ στοχαστικὰ κείμενα τῆς παγκόσμιας παράδοσης ἀπ᾿ τὴν ἀρχαιότητα ὥς σήμερα μὲ ραχοκοκκαλιὰ κομβικὰ σημεῖα τοῦ Πέερ Γκύντ, γιὰ νὰ φωτιστῇ ἡ φευγαλέα «ἑνότητα» ποὺ ὀνομάζεται ἑαυτός. Τὰ κείμενα διασκευάστηκαν βάσει ὅσων ἐπιτάσσει ἡ σκηνικὴ ἀνάγκη, καὶ τὰ μοιράστηκαν οἱ τρεῖς φωνές· ποδηγέτης τὸ πιάνο, ἀφοῦ ἡ μουσική —κι ὡς ἦχος ὀργάνου μὰ κι ὡς ἁρμονία τοῦ Λόγου— εἶναι τὸ μόνον ἴσως κλειδὶ γιὰ τὰ καλοκρυμμένα μυστικά. []

Τώρα ὅμως:
Ἂς δουλέψουμε
μὲ τὴ φαντασία σας!

Σαίξπηρ, Ἑρρίκος Ε΄, Πρόλογος.

9  Ἰουνίου 2014

Αυτός που γύρευα είμαι!.. Τρέιλερ παράστασης